Από το πρώτο συσσίτιο και τα ξενοδοχεία Κάπρι και Ορφέας, που παραχωρούσε ο δήμος Αθηναίων για τη φιλοξενία αστέγων στα τέλη της δεκαετίας του ’90, η εικόνα έχει αλλάξει αρκετά. Σήμερα, στις γειτονιές της Αθήνας, κοιμούνται άνθρωποι μέσα σε αυτοκίνητα, έπειτα από ....εξώσεις ή χρόνιες αδυναμίες καταβολής ενοικίου. Παράλληλα, αναδύεται η νέα γενιά των working homeless: άνθρωποι που έχουν εργασία, αλλά όχι σπίτι. Δίπλα τους, μια άλλη σιωπηλή πλειονότητα: άνθρωποι με αναπηρία που περνούν τις νύχτες στα πεζοδρόμια, σχεδόν αποκλεισμένοι από τις υπάρχουσες δομές, και ηλικιωμένοι που αυξάνονται δραματικά στους δρόμους της πόλης.
Η τελευταία αποτύπωση του πληθυσμού των αστέγων στον δήμο Αθηναίων έγινε το 2018 από το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη νέα έρευνα, σε ένα πεδίο που θυμίζει κινούμενη άμμο. Ο αριθμός μεταβάλλεται, όπως και το προφίλ των αστέγων, που μοιραία συνδέεται με την εκάστοτε κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα. Μένει να φανεί αν η νέα απογραφή θα καταφέρει να αποτυπώσει αυτές τις πολλές και διαφορετικές παράλληλες πραγματικότητες που κρύβονται στους δρόμους και στα στενά της πόλης. Γιατί η αστεγία στην Αθήνα δεν έχει ένα πρόσωπο. Έχει πολλά.
Ο Γ. κάποτε δίδασκε πιάνο σε ωδεία· σήμερα στηρίζεται
στις δομές της ΜΚΟ Κλίμακα και πλέον διδάσκει μουσική σε παιδιά με αναπηρία,
χωρίς αμοιβή. Η Δ. φυσικοθεραπεύτρια ογκολογική ασθενής, κοιμάται σε πλατείες
και δουλεύει τετράωρα για να συγκεντρώσει τα χρήματα που θα της επιτρέψουν να
νοικιάσει ένα σπίτι. Ελπίζει πως όταν θα μπορέσει να κοιμηθεί κάτω από μια
στέγη, θα έχει και τις δυνάμεις για να δουλέψει οκτάωρο.
Στον δρόμο, η αλήθεια είναι θολή. Όπως και οι άνθρωποι που
την κουβαλούν. Ισως η μνήμη να παραμορφώνεται. Ίσως και η ταυτότητα κάποιες
φορές να επινοείται.
Ο Ματθαίος, χρήστης, επισκεύασε ένα πρόχειρο κατάλυμα σε
δημοτικό οικόπεδο για να βρει ένα ελάχιστο καταφύγιο από τον δρόμο. Η Ε., 81
ετών, που κάποτε ζούσε άνετα στα βόρεια προάστια, είδε τη ζωή της να
ανατρέπεται και πλέον φιλοξενείται στο Υπνωτήριο Αστέγων των Γιατρών του
Κόσμου. Όπως και η Ν., πρώην φροντίστρια ηλικιωμένων, που μετακόμισε στην Αθήνα
για μια δουλειά που τελικά δεν προχώρησε.
Ο Στίβεν είναι ανάπηρος, οροθετικός και ζει ανάμεσα στο
πεζοδρόμιο και τα επείγοντα των νοσοκομείων. Ο Μ. και η Α. μένουν σε
αυτοκίνητα εδώ και μήνες, περιμένοντας να βγει η σύνταξή τους. Υπάρχουν και
άλλοι που δεν φαίνονται πουθενά. Εργάζονται, αλλά τα χρήματα δεν αρκούν για το
ενοίκιο. Μένουν ευκαιριακά σε φίλους και γνωστούς, μέχρι τελικά να βρεθούν στον
δρόμο, αναζητώντας αργά ή γρήγορα στέγη σε μια δομή.Και υπάρχουν κι εκείνοι που
δεν γίνονται δεκτοί σε δομές, επειδή δεν είναι «αυτοεξυπηρετούμενοι», όπως
προβλέπει η νομοθεσία, αναδεικνύοντας έτσι τη μεγάλη γκρίζα ζώνη που
αφήνουν πίσω τους τα κριτήρια προστασίας.
Παρότι για χρόνια το θέμα των αστέγων
αντιμετωπιζόταν αποσπασματικά, με ελάχιστες δημόσιες δομές και χωρίς σαφές
θεσμικό πλαίσιο, κάποιες οργανώσεις μπήκαν από νωρίς στην πρώτη γραμμή. Ήδη από
τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Κλίμακα,
οι Γιατροί του Κόσμου Ελλάδας και άλλες
μικρότερες πρωτοβουλίες παρείχαν υποστήριξη σε ανθρώπους που ζούσαν στον δρόμο,
προσπαθώντας να καλύψουν κενά εκεί όπου το κράτος αδυνατούσε ή
αδιαφορούσε.
Ο δήμος Αθηναίων συγκρότησε τότε έναν πρώτο θεσμικό
βραχίονα κοινωνικής φροντίδας: ένα Κέντρο Υποδοχής Αστέγων, το οποίο, αν και
θεσμοθετήθηκε το 1998, ξεκίνησε να λειτουργεί το 2005. Στην πορεία,
μετεξελίχθηκε στο σημερινό Κέντρο Υποδοχής και Αλληλεγγύης του Δήμου Αθηναίων
(ΚΥΑΔΑ), που αποτελεί τον βασικό φορέα για την υλοποίηση προγραμμάτων
κοινωνικής προστασίας, σίτισης και προσωρινής στέγασης στον κεντρικό δήμο.
Σταδιακά, με πολλές ασυνέχειες, στη δίνη της
οικονομικής κρίσης και κατά τη διάρκεια της δημαρχίας του Γιώργου Καμίνη, το ΚΥΑΔΑ διεύρυνε τη
δράση του: δημιουργήθηκαν συνεργασίες με ΜΚΟ, φορείς αλληλεγγύης και ιδρύματα·
προχώρησαν προγράμματα ένταξης και φιλοξενίας μικρής κλίμακας· ενισχύθηκε
το Κέντρο Σίτισης και αυξήθηκαν τα συσσίτια σε καθημερινή βάση.
Το 2020, ο δήμος προχώρησε στη σύσταση του Πολυδύναμου
Κέντρου Αστέγων, συγκεντρώνοντας για πρώτη φορά σε έναν χώρο διαφορετικές
υπηρεσίες: υπνωτήριο, ξενώνα, κέντρο ημέρας. Ήταν μια απόπειρα συστηματοποίησης
της φιλοξενίας και της υποστήριξης, με στόχο τη σταθερότητα και την ορατότητα.
Από το 2020 θεσμοθετείται για πρώτη φορά ως μόνιμη δημόσια πολιτική
καταπολέμησης της έλλειψης στέγης το πρόγραμμα «Στέγαση και Εργασία», το οποίο
παρέχει υπηρεσίες επιδότησης ενοικίου και κάλυψης βασικών αναγκών για περίοδο
δύο ετών και επιδότηση εργασίας για έναν χρόνο.
Ας δούμε όμως, πέρα από τα στοιχεία, ποιοι είναι
πραγματικά οι άστεγοι στην Αθήνα. Μέσα από τη δική τους ματιά, αλλά και μέσα
από τις εμπειρίες εκείνων που βρίσκονται καθημερινά δίπλα τους, προσπαθώντας να
καλύψουν τις ανάγκες τους σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα. Αλλά ας
παρακολουθήσουμε και τι έχει συμβεί, και τι δεν έγινε μέσα σε είκοσι χρόνια
παρεμβάσεων, πολιτικών και απόπειρας φροντίδας: από τη σίτιση και τη φιλοξενία,
την ψυχοκοινωνική στήριξη, την εργασιακή επανένταξη και τη στεγαστική αποκατάσταση.
Από το ωδείο
στο πεζοδρόμιο
Ο Γ. είναι μουσικός και σήμερα
στηρίζεται από τη ΜΚΟ Κλίμακα. Συμφώνησε να αφηγηθεί την ιστορία του με μία
προϋπόθεση: να γράψουμε και για τη βοήθεια που του έχει προσφέρει εδώ και μία
πενταετία τουλάχιστον ο ψυχίατρος και επιστημονικός υπεύθυνος της οργάνωσης, Κυριάκος
Κατσαδώρος – βοήθεια που έχει προσφέρει όχι μόνο στον ίδιο, αλλά και
σε εκατοντάδες άλλους ανθρώπους που βρέθηκαν στο περιθώριο. Πώς βρέθηκε όμως ο
ίδιος σ' αυτή τη θέση; «Ούτε κι εγώ το κατάλαβα. Μια μέρα ξημέρωσα στη
Σωκράτους, εκεί που ζούσαν οι άστεγοι. Δεν ξέρω πώς έφτασα ως εκεί», λέει.
Για χρόνια η ζωή του ήταν, όπως την
περιγράφει, «πολύ καλή». Είχε οικογένεια, ωραίο σπίτι, οικονομική άνεση και
αργότερα δικό του ωδείο στη Ρόδο. Κάποια στιγμή, όμως, όλα άρχισαν να
καταρρέουν σχεδόν ταυτόχρονα. Η ζωή του άλλαξε μέσα από τρεις διαδοχικές
απώλειες. Πρώτα η μητέρα του, την οποία, όπως λέει, βρήκαν νεκρή στο σπίτι της,
δεμένη και φιμωμένη. Έπειτα η κόρη του, 32 χρονών, γιατρός αναισθησιολόγος που
σκοτώθηκε σε τροχαίο λίγες μέρες μετά την κηδεία της μητέρας του. Και τέλος η
σύζυγός του, που πέθανε μόλις δέκα ημέρες αφότου μετακόμισαν μαζί στο
ανακαινισμένο πατρογονικό της σπίτι, σε ένα ορεινό χωριό της επαρχίας, όπου
είχαν αποφασίσει να αποσυρθούν μετά τον θάνατο της κόρης τους.
Σήμερα κάνει μαθήματα πιάνου σε
παιδιά με αναπηρίες, πηγαίνοντας στα σπίτια τους, χωρίς αμοιβή. «Δεν το βρίσκω
σπουδαίο. Το βρίσκω ανθρώπινο. Και δεν είναι κάτι που άρχισα να κάνω τώρα,
έπειτα από όλα αυτά. Το έκανα και όταν ήμουν καλά», λέει. Ο ίδιος ισχυρίζεται
ότι έχει θητεύσει σε διευθυντικές θέσεις κορυφαίων μουσικών ιδρυμάτων της
χώρας. Το όνομα που μας έδωσε, ωστόσο, δεν εμφανίζεται σε κανένα δημόσιο μητρώο
ή κατάλογο. Αυτό όμως δεν σημαίνει και πολλά. Στον δρόμο, η αλήθεια είναι θολή.
Όπως και οι άνθρωποι που την κουβαλούν. Ισως η μνήμη να παραμορφώνεται. Ίσως
και η ταυτότητα κάποιες φορές να επινοείται.
Οταν η κοιλιά
προηγείται της ψυχής
«Αυτό που χάνεις αργά και σταθερά
είναι τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς σου», μας λέει ο Νικήτας
Κανάκης, πρόεδρος των Γιατρών του Κόσμου Ελλάδας. «Όπως έγραφε και ο Όργουελ,
στο εμβληματικό του βιβλίο όπου αποτύπωσε την προσωπική του εμπειρία αστεγίας
στους δρόμους του Παρισιού και του Λονδίνου, η κοιλιά προηγείται της ψυχής».
Γίνεσαι σκληρός για να βγάλεις τη μέρα, όπως μας λέει. Προτεραιότητα έχει η
κάλυψη των βασικών αναγκών: «Να προλάβεις να στηθείς στο συσσίτιο για να φας
καλύτερα. Να βρεις κάπου να ζεσταθείς. Να βρεις μια γωνιά στην πόλη όπου θα
είσαι ασφαλής, χωρίς να κινδυνεύεις».
Ο ωμός ρεαλισμός της επιβίωσης που περιγράφει ο Νικήτας
Κανάκης, με την καθημερινή μάχη για ένα πιάτο φαγητό, ένα ασφαλές σημείο για
ύπνο ή λίγη ζέστη, είναι για κάποιους μια αλήθεια που δεν τελειώνει με το
ξημέρωμα. Μια από αυτούς είναι και η Μ., 62 ετών, ογκολογική ασθενής,
που τα τελευταία 3,5 χρόνια ζει στον δρόμο και υποστηρίζεται από τη ΜΚΟ
Κλίμακα.
«Είχα κάποιο σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα, το οποίο δεν
μπόρεσα να το διαχειριστώ και τα διέλυσα όλα», μας λέει. Δεν θέλει να μπει σε
λεπτομέρειες. Παλιά νοίκιαζε σπίτι, εργαζόταν ως φυσικοθεραπεύτρια σε αθλητικές
ομάδες και, όπως λέει, «είχα μια κανονική ζωή, όπως κάθε άνθρωπος». Από το
επάγγελμά της είχε απομακρυνθεί πέντε χρόνια προτού μπει στην αστεγία και
θεωρεί πια δύσκολη την επιστροφή.
Το περασμένο καλοκαίρι εργάστηκε ως λαντζιέρα, τετράωρο,
δοκιμαστικά σε μία επιχείρηση στην Ανατολική Αττικη. Εκείνη την περίοδο
κοιμόταν στο αεροδρόμιο, μέχρι που την έδιωξαν. «Αν δεν κοιμάσαι, δεν μπορείς
να δουλέψεις. Η λάντζα έχει καλά λεφτά, αλλά πρέπει να κοιμάσαι κανονικά, και
έξω δεν κοιμάσαι. Είσαι όλο σε εγρήγορση. Σε κλέβουνε. Μόλις κοιμηθείς, θα σου
πάρουν το τηλέφωνο ή ακόμα και την ταυτότητα και ό,τι άλλο ενδιαφέρον βρουν».
Γι’ αυτό και φροντίζει να κοιμάται σε μέρη όπου υπάρχει αστυνομία, όπως στο
Σύνταγμα ή σε σημεία όπου υπάρχουν κάμερες.
Τώρα αναζητά ένα τετράωρο για διανομή φυλλαδίων, ώστε να
συγκεντρώσει τα πρώτα χρήματα που θα της επιτρέψουν να νοικιάσει ένα σπίτι.
«Για να μπορέσω να κοιμάμαι και να δουλέψω κανονικά στη λάντζα», λέει. «Ό,τι
μάζεψα το καλοκαίρι δεν έφτανε, γιατί δεν έβρισκα τίποτα κάτω από 500
ευρώ».
Η Κλίμακα τη στηρίζει με τρόφιμα, φάρμακα, ιατρική
περίθαλψη και φροντίζει για τη διεκπεραίωση των γραφειοκρατικών της
εκκρεμοτήτων. Αν και εντάχθηκε στο πρόγραμμα «Στέγαση και Εργασία», δεν
κατάφερε τελικά να ωφεληθεί, γιατί, όπως ισχυρίζεται, την ενημέρωσαν αργά οι
υπηρεσίες του δήμου και έχασε τις προθεσμίες ώστε να προχωρήσει.
Αγχωμένη να φροντίσει για την καθημερινή επιβίωση και
η Μ., 52 χρονών, που η δουλειά της ήταν η φροντίδα ηλικιωμένων. Τη
συναντήσαμε στο υπνωτήριο των Γιατρών του Κόσμου ένα μεσημέρι – βιαζόταν
να προλάβει ένα συσσίτιο που είχε στηθεί από μία οργάνωση στην Πατησίων για να
μη χάσει το μεσημεριανό γεύμα. Η ανωνυμία που της προσφέρει η Αθήνα, αλλά και η
κατάστασή της, δεν αφήνουν περιθώρια για πολλές ντροπές και συστολή. Η Μ. ζούσε
στη Θεσσαλονίκη και φρόντιζε μια ηλικιωμένη για χρόνια. Ώσπου, ξαφνικά, της είπαν
ότι πρέπει να φύγει. Δεν την κρατούσε τίποτα στην πόλη και βρήκε μια αντίστοιχη
δουλειά στην Αθήνα. Η νέα σελίδα στη ζωή της δεν ξεκίνησε καλά. Η δουλειά
τελικά δεν έκλεισε και έμεινε ξεκρέμαστη. Στη Θεσσαλονίκη δεν την περίμενε
κανείς και αρχικά φιλοξενήθηκε για λίγο σε έναν φίλο της.
Δεν αντέχει την ιδέα του δρόμου.
«Βρήκα τους Γιατρούς του Κόσμου πριν από τα Χριστούγεννα», λέει. «Δεν θέλω να
καταλήξω στον δρόμο. Είχα μείνει έξω λίγες μέρες στη Θεσσαλονίκη και δεν
υπάρχει τίποτα χειρότερο. Δεν θέλω να το ξαναζήσω». Η καθημερινότητά της αυτό
το διάστημα είναι περιπλάνηση στους δρόμους της Αθήνας και αναζήτηση εργασίας
στις αγγελίες και στα social. Μέχρι το απόγευμα που θα μπει στο υπνωτήριο για
να φάει, να κάνει μπάνιο και να κοιμηθεί. Και το πρωί πάλι από την αρχή.
Πάντως, ακόμα κι αν βρει δουλειά, δεν πιστεύει ότι θα τα καταφέρει να νοικιάσει
ένα μικρό διαμέρισμα μόνη της. Σχεδιάζει να συγκατοικήσει με μία φίλη που
γνώρισε στην Αθήνα, η οποία προφανώς βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση. Μας λέει
ότι δεν τη νοιάζει πόσες ώρες θα δουλεύει, θα δούλευε ακόμα και δωδεκάωρο.
«Θέλω απλώς να νιώσω ξανά άνθρωπος».
Το
μεταβαλλόμενο τοπίο της αστεγίας
Οι Γιατροί του Κόσμου δημιούργησαν
το πρώτο Υπνωτήριο Αστέγων στην Αθήνα, στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Ο
Νικήτας Κανάκης μας εξηγεί σε αδρές γραμμές το μεταβαλλόμενο προφίλ των
αστέγων, όπως αυτό διαμορφώθηκε από το κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον της
τελευταίας δεκαετίας. Από το 2010 και μετά, η αστεγία στην Ελλάδα αφορά κυρίως
Έλληνες, ανθρώπους που είχαν κανονική ζωή πριν από τη δίνη της κρίσης και των
μνημονίων. Εργατοτεχνίτες, μικρομαγαζάτορες και ελεύθεροι επαγγελματίες,
χαμηλόμισθοι υπάλληλοι και συνταξιούχοι που έμειναν ξεκρέμαστοι, χωρίς δίκτυο
προστασίας. Πολλοί γύρω στα 55-60, χωρίς οικογένεια, πολύ μεγάλοι για να
ξαναβρούν δουλειά, αρκετά «νέοι» για σύνταξη. Την ίδια περίοδο, μετά το 2014,
αρχίζει να φτάνει και ένα νέο προσφυγικό κύμα – άνθρωποι εξίσου ευάλωτοι,
οι οποίοι όμως είχαν έστω κάποια πρόσβαση σε δομές υποδοχής ή αναχωρούσαν για
άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Σήμερα, η ανθρωπογεωγραφία της
αστεγίας φαίνεται διαφοροποιημένη. Στους δρόμους της πόλης εμφανίζονται
νέες, ετερόκλητες κατηγορίες ανθρώπων, κυρίως Ελλήνων. Μία από αυτές είναι
ηλικιωμένοι, άνω των 75 ετών. Πρόκειται για την πιο ραγδαία αυξανόμενη
κατηγορία. Ο Ν. Κανάκης μας λέει ότι πρόκειται για την κοινωνική ομάδα που
αποτελεί το 30% του πληθυσμού που φιλοξενείται σήμερα στο υπνωτήριο των Γιατρών
του Κόσμου Ελλάδος: «Άνθρωποι χωρίς ή με μία πενιχρή σύνταξη, με σοβαρά
προβλήματα υγείας και κινητικότητας, χωρίς φροντιστές, χωρίς καμιά προοπτική.
Κυρίως Έλληνες που έχουν αποκοπεί πλήρως από το οικογενειακό και κοινωνικό τους
περιβάλλον». «Και ενώ βρισκόμαστε σε μια εποχή που μιλάμε για την ενεργό
γήρανση, φτάνουμε να πούμε ότι χρειαζόμαστε περισσότερα γηροκομεία»,
τονίζει.
Μια από τις σιωπηλές φιγούρες αυτής της
γενιάς των αόρατων ηλικιωμένων είναι η Ε., 81 ετών. Τη συναντήσαμε
στο υπνωτήριο των Γιατρών του Κόσμου, στο οποίο φιλοξενείται εδώ και έναν
χρόνο. Ο σύζυγός της, τεχνίτης ζαχαροπλαστικής, όπως λέει, είχε επιχείρηση σε
περιοχή των βορείων προαστίων. Στην ίδια περιοχή μεγάλωσε κι αυτή. Ο γιος τους,
«σπουδαγμένος με τρία πτυχία, δεν θέλησε να συνεχίσει την οικογενειακή δουλειά.
Γνώρισε μία Αμερικανίδα στη Μύκονο όπου είχε πάει για διακοπές, την παντρεύτηκε
και έφυγε μαζί της στην Αμερική. Έμεινε δέκα χρόνια και κάποια στιγμή ζήτησε να
πάμε κι εμείς. Πουλήσαμε το σπίτι και μετακομίσαμε εκεί. Εχω δύο εγγονές που
ζούν με τη μητέρα τους εκεί». Δέκα χρόνια αργότερα ο γιος της χώρισε,
επέστρεψαν στην Ελλάδα και ο σύζυγός της πέθανε. «Στην Ελλάδα, ο γιος μου
έστησε μια νέα δουλειά και πήγαινε πολύ καλά στην αρχή. Πήρε και δεύτερο όροφο
στο Σύνταγμα. Ύστερα ήρθε η κρίση. Τα χρέη. Έχασε τα πάντα. Τον πήρανε στο
Δρομοκαΐτειο, είχε κάνει απόπειρα. Μετά στον Ευαγγελισμό. Να είναι καλά οι
άνθρωποι, τον έσωσαν», λέει. Ο γιος της σήμερα μένει σε κάποια δομή. Η ίδια
παίρνει μια μικρή σύνταξη: «Δεν φτάνει. Δίνω κι εγώ απ’ τα λίγα που έχω στο στο
παιδί μου, για τα τσιγάρα του. Δεν το συγχωρεί στον εαυτό του που έμεινα στον
δρόμο. Εγώ ξέρω όμως πως δεν έφταιγε και θα συνεχίσω να τον στηρίζω».
Η εικόνα μιας ηλικιωμένης γυναίκας
που βρέθηκε κάτω από παρόμοιες συνθήκες στον δρόμο είναι αυτή που έχει
εντυπωθεί και στον Κωνσταντίνο Μαριδάκη, υπεύθυνο Κίνησης του
Streetwork στον δήμο Αθηναίων, παρόλο που καθημερινά διαχειρίζεται εκατοντάδες
περιστατικά αστεγίας: «Θυμάμαι χαρακτηριστικά, πριν από μερικά χρόνια, μια
δυνατή χιονόπτωση μέσα στην Αθήνα. Βρήκαμε μια κυρία, περίπου 70 ετών, σε μια
γωνιά του δρόμου. Είχε μόλις υποστεί μία έξωση. Φαινόταν ότι ήταν μία γυναίκα
που δεν είχε ζήσει μέχρι τότε στο περιθώριο. Κι από τη μια μέρα στην άλλη,
βρέθηκε στο κρύο, μόνη. Τρέξαμε για να τη βοηθήσουμε. Έπρεπε να πάρει
φαρμακευτική αγωγή, να της βρούμε άμεσα στέγη, έστω προσωρινή, για να μην
παγώσει και πεθάνει στον δρόμο».
Στο άλλο άκρο της ηλικιακής
κλίμακας, εντοπίζεται μια δεύτερη κοινωνική κατηγορία αστέγων, την οποία
παρατηρούν έντονα στο πεδίο οι Γιατροί του Κόσμου: νέοι πρώην ουσιοεξαρτημένοι.
«Πολλά νέα παιδιά, καθαρά πλέον, ολοκληρώνουν τα θεραπευτικά τους προγράμματα
αλλά δεν έχουν πού να μείνουν. Οι οικογένειές τους δεν τα δέχονται πίσω.
Καταλήγουν σε υπνωτήρια ή δομές, προσπαθώντας να “πιάσουν το νήμα” από την
αρχή. Φιλοξενούμε τέτοιες περιπτώσεις στο υπνωτήριο», λέει ο Ν. Κανάκης.
Μια σιωπηλή
μορφή αστεγίας που ολοένα αυξάνεται: ζώντας στο αυτοκίνητο
Μια από τις πιο σιωπηλές και
αυξανόμενες μορφές αστεγίας είναι οι άνθρωποι που έχουν εξαντλήσει κάθε
δυνατότητα φιλοξενίας, οικονομικής επανεκκίνησης ή στήριξης. Ζουν από έξωση σε
έξωση, από προσωρινό καταφύγιο σε επόμενο προσωρινό καταφύγιο: «Θα πληρώσουν
δύο ενοίκια, θα τους ξανακάνουν έξωση και μετά θα πάνε στην επόμενη λύση. Σε
γονείς, αδέλφια, άλλους συγγενείς». Κλείνοντας αυτόν τον κύκλο, καταλήγουν στο
αυτοκίνητο. «Δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε τον αριθμό τους, αλλά τους βλέπουμε
στα κοινωνικά ιστορικά του πολυιατρείου μας, που έρχονται για να πάρουν
φάρμακα. Είναι άνθρωποι που δεν έχουν πού να ακουμπήσουν», εξηγεί ο Κανάκης.
Για τον Χρήστο Αλεφάντη,
ιδρυτή και Διευθυντή Σύνταξης του περιοδικού «Σχεδία», πρόκειται για ένα
φαινόμενο που τείνει να γίνεται τελευταία όλο και συχνότερο. Προσεγγίζοντας
έναν άνθρωπο που ζει στο αυτοκίνητό του τους τελευταίους μήνες, μας λέει ότι
συνάντησε μια αντίσταση: «Υπάρχει μια άρνηση, μια ανάγκη να διατηρήσουν –όπως
θεωρούν οι ίδιοι– την αξιοπρέπειά τους. Γι’ αυτό και δεν ήθελε να πάει σε
κάποια δομή. Επιζητούσε να επιβεβαιώσει ο ίδιος για τον εαυτό του ότι δεν είναι
όπως οι άλλοι άστεγοι. Δεν είναι σαν κι αυτούς. Υπάρχουν άνθρωποι που επιλέγουν
να μην πάνε σε μία δομή. Δεν το αντέχουν», μας λέει.
Το φαινόμενο, όμως, δεν περιορίζεται στην Ελλάδα.
Αντίστοιχα περιστατικά καταγράφονται σε πολλές Πολιτείες των ΗΠΑ, όπου υπάρχουν
οξυμμένα στεγαστικά ζητήματα. Ο Χρ. Αλεφάντης μας παραπέμπει σε
δημοσίευμα των «New York Times» με τίτλο «I live in my car», που περιγράφει
ανθρώπους οι οποίοι, έπειτα από εξώσεις ή αδυναμία να καλύψουν τα ενοίκια, ζουν
πλέον στα αυτοκίνητά τους. «Σε κάποιες Πολιτείες», σημειώνει, «σκέφτονται να
δημιουργήσουν μεγαλύτερα και ασφαλέστερα πάρκινγκ για να μπορούν να κοιμούνται
οι άστεγοι εκεί», λέει.
Μέσα από την υπηρεσία Streetwork του δήμου, καταφέραμε να
εντοπίσουμε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, που ζουν στο αυτοκίνητό τους εδώ και
μήνες, σε μια πλατεία στο κέντρο της Αθήνας. Η Α. και ο Χ. είναι
μουσουλμάνοι από τη Θράκη που κατέβηκαν στην Αθήνα τη δεκαετία του ’80. Είναι
περίπου 70 χρονών και για αρκετό καιρό ζούσαν με την οικογένεια της κόρης της
Α. στη Λούτσα και μετά στο εγγόνι της. Η Α. όμως δεν ήθελε να επιβαρύνει κι
άλλο την οικογένειά της. Παίρνει 400 ευρώ σύνταξη και δεν φτάνουν για το νοίκι,
όπως λέει. Στο αυτοκίνητο του Χ. ζουν το τελευταίο εξάμηνο και οι άνθρωποι του
δήμου φροντίζουν το φαγητό, τα φάρμακα, τις κουβέρτες. Θα μείνουν λίγο ακόμα,
όπως λέει ο Χ. Μέχρι να βγει η σύνταξή του και να κάνει παράλληλα κάποιο
ευκαιριακό μεροκάματο. Έπειτα θα επιστρέψουν, ύστερα από πολλές δεκαετίες, στην
Αλεξανδρούπολη, από όπου έχουν κοινή καταγωγή. Εκεί υπάρχει ένα σπίτι της Α.
όπου θα περάσουν το υπόλοιπο της ζωής τους.
«Δύο μηνιάτικα
μακριά από τον δρόμο»
Ο Χρ. Αλεφαντής αναδεικνύει μία
άλλη κοινωνική ομάδα, η οποία για την Ελλάδα είναι, προς το παρόν, terra
incognita. Την κοινωνική ομάδα των working homeless, τους εργαζόμενους
αστέγους: «Οι Αγγλοσάξονες έχουν μία φοβερή ατάκα. Λένε ότι οι περισσότεροι από
εμάς –και εκεί βάζω και τον εαυτό μου μέσα– είμαστε δύο μηνιάτικα μακριά
από το να μείνουμε στον δρόμο. Γιατί οι περισσότεροι περιμένουμε να έρθει η 1η
του μηνός για να πληρώσουμε ρεύμα, νερό, νοίκι. Στην Αυστραλία, όπου η αστεγία
αποτυπώνεται στατιστικά με νούμερα, μετρήθηκε ότι 27,5 χιλιάδες άνθρωποι
ξυπνούν το πρωί και πάνε στη δουλειά τους – σε ένα γραφείο, σε μια
οικοδομή, οπουδήποτε εργάζονται. Οταν σχολάσουν, πάνε σε έναν ξενώνα να
κοιμηθούν, γιατί τα χρήματα δεν τους φτάνουν να συντηρήσουν ένα σπίτι. Στην
Ελλάδα, αυτός ο αριθμός είναι απροσδιόριστος, αλλά υπάρχει», λέει.
Ο Χρήστος Αλεφαντής μας εξηγεί ότι
αστεγία δεν σημαίνει μόνο πεζοδρόμιο: «Οι άνθρωποι της “Σχεδίας” δεν είναι όλοι
άστεγοι, τουλάχιστον όχι όπως φανταζόμαστε την αστεγία. Δεν ζουν στα πεζοδρόμια
πια. Σήμερα έχουμε μόνο μία γυναίκα που ζει στον δρόμο. Οι υπόλοιποι, μέσα από
τη “Σχεδία”, έχουν καταφέρει να ενταχθούν σε ξενώνες, σε δομές ή σε
κάποιο διαμέρισμα, μέσω του προγράμματος κοινωνικής κατοικίας».
Για πολλούς όμως η κατοικία είναι
επισφαλής υπόθεση, όπως μας λέει: «Κάποιοι μένουν στο ενοίκιο αλλά χρωστούν
πολλούς μήνες. Άλλοι έχουν σπίτι στο όνομά τους, αλλά δεν έχουν ρεύμα ή νερό.
Όλοι αυτοί ζουν με τον φόβο της επόμενης μέρας. Και αυτό είναι μια μορφή
αστεγίας, σύμφωνα με την τυπολογία της Feantsa. Πρόκειται για την επισφαλή
στέγαση, που αφορά τους ανθρώπους που αν και ζουν σε κάποιο χώρο, απειλούνται
με έξωση ή ζουν σε ακατάλληλες και μη βιώσιμες συνθήκες», λέει.
Κλίμακα: ΑμεΑ
η απόλυτα γκρίζα ζώνη της αστεγίας
Αυτός ο «απροσδιόριστος» αριθμός
των εργαζόμενων αστέγων ενισχύεται και από μια άλλη πραγματικότητα: την
αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών ακόμη κι όταν υπάρχει εισόδημα από εργασία ή
ακόμη και προνομιακή προστασία. Οι άνθρωποι της ΜΚΟ Κλίμακα, που ασχολείται εδώ
και 25 χρόνια με την αστεγία, μας εξηγούν: «Αν ένας άνθρωπος είναι άστεγος και,
για παράδειγμα, λαμβάνει το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, ακόμη κι αν έχει
προνοιακά "τακτοποιηθεί", το ποσό αυτό δεν επαρκεί πλέον για να
καλύψει ούτε το ενοίκιο ούτε τους βασικούς λογαριασμούς ενός σπιτιού. Αν
προσθέσουμε και το γεγονός ότι πολλοί εξ αυτών έχουν και ψυχιατρικές παθήσεις,
τότε το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο. Όσο αυξάνεται το κόστος στέγασης,
θα αυξάνονται και οι άστεγοι, σχεδόν νομοτελειακά», λένε.
Για την Κλίμακα, η απόλυτα γκρίζα
ζώνη της αστεγίας είναι η αναπηρία. Ο Νίκος Μπεκιάρης, νομικός της Ομάδας
Παρέμβασης στο Δρόμο Κλίμακα, σχολιάζει: «Εάν η συμπεριφορά της κοινωνίας
μας στα άτομα με αναπηρία είναι δείκτης του πολιτισμού μας, τότε δυστυχώς
κάνουμε κάτι πολύ λάθος. Υπάρχει μια κατηγορία αστέγων που λόγω των προβλημάτων
υγείας τους δεν είναι αυτοεξυπηρετούμενοι. Γι’ αυτούς δεν υπάρχουν δομές
προσωρινής φιλοξενίας. Οι περισσότεροι έχουν παραιτηθεί από την ιδέα εύρεσης
μιας μακροχρόνιας λύσης και κινούνται μεταξύ του δρόμου και κάποιας
εφημερίας νοσοκομείου».
Όπως εξηγούν οι άνθρωποι της
Κλίμακας, αυτή τη στιγμή για να φιλοξενηθεί κάποιος σε ξενώνα του δήμου ή σε
άλλη δομή, πρέπει να είναι αυτοεξυπηρετούμενος. Αυτό προβλέπει η νομοθεσία.
Όσοι δεν πληρούν αυτό το κριτήριο, μένουν ουσιαστικά αποκλεισμένοι. Το θλιβερό
αποτέλεσμα αυτού του αποκλεισμού είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι περιφέρονται
ανάμεσα στον δρόμο και τις εφημερίες των νοσοκομείων όχι επειδή έχουν επείγον
πρόβλημα υγείας, αλλά γιατί εκεί βρίσκουν μια στοιχειώδη φροντίδα για την
αναπηρία τους. Κάθονται για λίγο, μέχρι οι κοινωνικές υπηρεσίες των νοσοκομείων
να αναζητήσουν –μάταια συνήθως– μια διεύθυνση για την έξοδό τους. «Αυτό είναι
ένα τεράστιο θεσμικό κενό», σημειώνουν. «Δεν υπάρχουν δομές επείγουσας
παρέμβασης για άστεγους με αναπηρία». Ο αριθμός τους δεν έχει αποτυπωθεί
επίσημα, αλλά εκτιμάται ότι μόνο στην Αθήνα είναι μερικές εκατοντάδες, ίσως
200, ίσως 300. «Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν πραγματικές ευκαιρίες να φανταστούν
μια άλλη καθημερινότητα», λένε από την Κλίμακα.
Η ιστορία του
Στίβεν
Ενας από αυτούς είναι και ο Στίβεν,
40 χρονών σήμερα, χορευτής, ο οποίος είναι οροθετικός και πάσχει από σκλήρυνση
κατά πλάκας. Βρίσκεται συνήθως στην πλατεία του Μοναστηρακίου και είναι
γνωστός, όπως μας λένε, σε όλες τις υπηρεσίες. Στο Μοναστηράκι δεν καταφέραμε
να τον εντοπίσουμε. Ίσως είχε μπει πάλι σε κάποιο νοσοκομείο. Ο Στίβεν
λαμβάνει κανονικά τα προνοιακά επιδόματα που δικαιούται, τα οποία όμως επαρκούν
μόνο για την κάλυψη βασικών αναγκών και όχι για ενοικίαση στέγης. Η παραμονή
του στον δρόμο, σε συνδυασμό με την αναπηρία του και την πλήρη έλλειψη
αυτονομίας, τον καθιστά ευάλωτο σε εκμετάλλευση. Για οποιαδήποτε ανάγκη του
–από την αγορά τροφίμων μέχρι τη φόρτιση του κινητού– εξαρτάται κάθε φορά από
τον εκάστοτε «φροντιστή» του δρόμου, κάποιον που θα τον βοηθήσει με αντάλλαγμα
ένα μικρό χρηματικό ποσό ή κάποιο προσωπικό του αντικείμενο. Η καθημερινότητά
του έτσι διαμορφώνεται από μια διαρκή εξάρτηση, χωρίς καμία εγγύηση αξιοπρεπούς
φροντίδας.
Η Ελευθερία Κουμαλάτσου,
Επιστημονικά Υπεύθυνη του Κέντρου Στήριξης Αστέγων Δίπυλον της Κλίμακας, έχει
γράψει για την υπόθεση του Στίβεν στην περιοδική έκδοση της οργάνωσης. Όπως
λέει, «η ζωή του τα τελευταία χρόνια είναι ένας φαύλος κύκλος ανάμεσα στον
δρόμο και τα επείγοντα. Όταν δεν κοιμάται σε κάποιο πεζοδρόμιο, είναι στο
νοσοκομείο. Όταν δεν είναι στο νοσοκομείο, ψάχνει μια άκρη στον δρόμο. Τον
έχουν στηρίξει κατά καιρούς άτυπες ομάδες πολιτών αλλά και στελέχη της ΕΛ.ΑΣ.
που βοήθησαν ενεργά στην εξασφάλιση στέγης και περίθαλψης. Η Ομάδα Παρέμβασης
στο Δρόμο της Κλίμακας τον ακολουθεί σταθερά τους τελευταίους μήνες, σε στενή
συνεργασία με κοινωνικές υπηρεσίες νοσοκομείων και αστυνομία, δημιουργώντας ένα
δίκτυο ελάχιστης συνέχειας στη φροντίδα του, παρά τις τεράστιες ελλείψεις του
συστήματος».
Όπως έχει περιγράψει ο ίδιος, η
διάγνωση που άλλαξε τη ζωή του ήρθε απροσδόκητα: κατάλαβε ότι είναι οροθετικός
όταν άρχισε να πονάει το πόδι του, περίπου πριν από οκτώ χρόνια. Σιγά σιγά, η
κινητικότητά του επιδεινώθηκε και σήμερα μετακινείται μόνο με αμαξίδιο. Ο ίδιος
έχει πει πως ο σύντροφός του δεν του είχε αποκαλύψει ότι ήταν φορέας του ιού
του AIDS. Στη συνέχεια, ο Στίβεν απομακρύνθηκε και από το φιλικό του
περιβάλλον. Βρισκόταν τότε στη Θεσσαλονίκη, σε μια περίοδο που όλοι γύρω του
άρχισαν να κάνουν οικογένειες. «Φοβόμουν μην τους μεταδώσω την ασθένεια»,
εξομολογείται. Ο σύντροφός του τον εγκατέλειψε, κι έτσι, σταδιακά, βρέθηκε
εντελώς μόνος, στον δρόμο.
Για την Ελευθερία Κουμαλάτσου, «η
αντιμετώπιση της αστεγίας απαιτεί συντονισμό, εξατομικευμένη φροντίδα και
πολιτικές που μειώνουν τις ανισότητες. Διαφορετικά, θα συνεχίσουμε να βλέπουμε
ανθρώπους να επιστρέφουν ξανά και ξανά στον δρόμο». Και προσθέτει: «Η θέση της
Κλίμακας στα 25 χρόνια λειτουργίας της είναι ξεκάθαρη: όσο υπάρχουν κοινωνικές
ανισότητες, πλούσιοι και φτωχοί, θα υπάρχουν άνθρωποι που θα καταλήγουν να ζουν
στον δρόμο. Η αστεγία δεν είναι ατομική αποτυχία, είναι αποτέλεσμα ενός
συστήματος που δεν καταφέρνει να προστατεύσει έγκαιρα και ουσιαστικά τους πιο
ευάλωτους. Σήμερα το σύστημα αδυνατεί να ανταποκριθεί εξατομικευμένα στις
ανάγκες των αστέγων. Οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι: άλλοι έχουν σοβαρά ψυχιατρικά
προβλήματα, άλλοι αναπηρίες, άλλοι παθολογικά νοσήματα ή πολλαπλές
ευαλωτότητες. Όταν οι πολιτικές και οι δομές λειτουργούν με γενικούς κανόνες
και όχι με βάση τον άνθρωπο, τότε οι πιο ευάλωτοι μένουν εκτός», λέει.
Οι δομές και
οι ευθύνες του δήμου Αθηναίων
Στους δρόμους της πόλης, οι ανάγκες
πολλαπλασιάζονται καθημερινά και η ευθύνη της ανταπόκρισης βαραίνει σε μεγάλο
βαθμό τον δήμο. Από την πρώτη επαφή με τους άστεγους μέχρι την ένταξή τους σε
υπηρεσίες, η τοπική αυτοδιοίκηση καλείται να λειτουργήσει άμεσα, πρακτικά και
με συνέπεια.
Η Ασήμω Φούντζουλα,
αντιδήμαρχος Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Δήμου Αθηναίων, μας λέει ότι τον
Οκτώβριο πραγματοποιήθηκε, σε συνεργασία με το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, μια νέα
καταγραφή αστέγων στην πόλη. Αν και δεν υπάρχουν ακόμη επίσημα αποτελέσματα, ο
αριθμός τους εκτιμάται περίπου στα 1.000 άτομα. «Η κοινωνία των αστέγων
αντικατοπτρίζει τη γενική κοινωνία: Έλληνες και αλλοδαποί, χρήστες και μη
χρήστες, νεόπτωχοι, άνθρωποι με ψυχικά νοσήματα, άνθρωποι που πετάχτηκαν έξω
από το σπίτι τους και δεν έχουν πού να μείνουν», αναφέρει.
Πρόσθεσε ότι ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι ζουν πλέον
σε αυτοκίνητα, σε παραπήγματα ή ακατοίκητα κτίρια: «Αυτοί είναι κυρίως Έλληνες
που δεν μπορούν να πληρώσουν το ενοίκιο». Όπως εξήγησε, η ομάδα του Streetwork,
με 25 άτομα, κινείται καθημερινά στους δρόμους, με αυτοκίνητα ή πεζή,
προσφέροντας τρόφιμα, φάρμακα και φροντίδα σε όσους έχουν ανάγκη. Βάσει των πιο
πρόσφατων στοιχείων του δήμου Αθηναίων, η διεπιστημονική ομάδα Streetwork του
ΚΥΑΔΑ εξυπηρετεί αυτή τη στιγμή περίπου 1.400 άτομα που ζουν σε συνθήκες
επισφάλειας. Λιγότεροι από τους μισούς είναι «rough sleepers», δηλαδή άστεγοι
που κοιμούνται κυριολεκτικά στον δρόμο ή σε ακατάλληλους χώρους. Οι υπόλοιποι
διαμένουν προσωρινά σε ακατάλληλες κατοικίες ή φιλοξενούνται από συγγενείς και
φίλους. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει δημοσιοποιήσει ο δήμος, το πρώτο
εννιάμηνο του 2025 πραγματοποιήθηκαν 4.353 παρεμβάσεις και προσφέρθηκαν σχεδόν
8.650 υπηρεσίες, από άμεση φροντίδα μέχρι ένταξη σε στεγαστικά προγράμματα.
Κατά την ίδια περίοδο, 48 άτομα εντάχθηκαν σε στεγαστικές
δομές του δήμου και περισσότερα από 330 παραπέμφθηκαν σε αντίστοιχες δομές
άλλων φορέων. Καθώς τα στοιχεία του δήμου Αθηναίων δείχνουν ότι οι υπηρεσίες
του βρίσκονται σε εγρήγορση, ρωτάμε την αρμόδια αντιδήμαρχο γιατί οι άστεγοι
στην πόλη συνεχίζουν να είναι τόσο πολλοί. Μας απαντάει ότι «το να πάρεις έναν
άνθρωπο από τον δρόμο δεν είναι μια απλή υπόθεση. Χρειάζεται εισαγγελική
παραγγελία και η συνδρομή της αστυνομίας για να οδηγηθεί κάποιος σε κάποια δομή
φιλοξενίας». Και προσθέτει πως, παρότι ο δήμος Αθηναίων διαθέτει σήμερα το
Πολυδύναμο Κέντρο Αστέγων που φιλοξενεί περίπου 190 ανθρώπους, οι ανάγκες
παραμένουν τεράστιες: «Δεν αρκεί μόνο η δική μας προσπάθεια. Χρειάζεται ένα
ολοκληρωμένο σύστημα υποστήριξης».
Μας λέει πως καμία δημοτική δομή δεν μπορεί να
ανταποκριθεί αποτελεσματικά χωρίς συνεργασία: «Ο δήμος πρέπει να έχει μία πολύ
καλή συνεργασία με το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και το υπουργείο Υγείας.
Μόνος του δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα των αστέγων που ζουν στους δρόμους,
γιατί οι περισσότεροι έχουν προβλήματα υγείας». Στην πράξη, αυτή η συνεργασία
συχνά δοκιμάζεται, όπως λέει. «Έχουμε προβλήματα με τα νοσοκομεία. Δεν τους
δέχονται. Στέλνεις έναν άνθρωπο με ασθενοφόρο και σ’ τον επιστρέφουν πίσω.
Στο τελευταίο κύμα μεγάλου ψύχους, είχαμε έναν κύριο με πυρετό, λόγω γρίπης
τύπου Α. Τον στείλαμε στο νοσοκομείο αλλά δεν τον δέχτηκαν, τον έστειλαν ξανά
στον θάλαμο αστέγων. Ξαναπήραμε τηλέφωνο, αστράψαμε, βροντήξαμε, και τότε ήρθαν
και τον πήραν για να τον νοσηλεύσουν», περιγράφει.
Κεντρικό ρόλο στο δίκτυο υποστήριξης έχει το Πολυδύναμο Κέντρο Αστέγων στην πλατεία Βάθη, όπου λειτουργούν ένα Ανοικτό
Κέντρο Ημέρας, υπνωτήριο και δύο ξενώνες. Εκεί φιλοξενούνται καθημερινά 200
άτομα για διάστημα έως 12 μηνών, ακολουθώντας ατομικό σχέδιο επανένταξης, ενώ
πάνω από 150 άτομα εξυπηρετούνται καθημερινά στο κέντρο ημέρας για γεύμα,
μπάνιο και υποστήριξη. Το Πολυδύναμο Κέντρο Αστέγων δημιουργήθηκε επί δημαρχίας
Μπακογιάννη, το 2020, ως μια συγκροτημένη προσπάθεια να οργανωθεί πιο
συστηματικά η φροντίδα και η φιλοξενία των αστέγων στην Αθήνα. Συνδυάζοντας
υπνωτήριο, ξενώνες και κέντρο ημέρας στον ίδιο χώρο, σχεδιάστηκε για να καλύψει
το κενό μίας ενιαίας αντιμετώπισης, παρέχοντας στοχευμένες υπηρεσίες για
ανθρώπους σε συνθήκες ακραίας φτώχειας. Την ίδια χρονιά, λειτούργησε και μια
εξειδικευμένη Δομή Φιλοξενίας για άστεγους χρήστες ψυχοδραστικών ουσιών, σε
συνεργασία με τον ΟΚΑΝΑ και το ΚΕΘΕΑ. Η δομή αυτή μπορεί να φιλοξενήσει έως και
70 άτομα και προσφέρει υποστηρικτικές υπηρεσίες, με στόχο τη σταθεροποίηση και
την προώθησή τους σε θεραπευτικά προγράμματα.
Τον περασμένο Μάρτιο το Πολυδύναμο Κέντρο Αστέγων βρέθηκε
στο προσκήνιο της δημοσιότητας για τους λάθους λόγους. Εντοπίστηκαν προβλήματα
στη διαχείριση, τη συντήρηση, την υγιεινή και την επάρκεια στη στελέχωση των
υπηρεσιών του έπειτα από αυτοψία του Συνηγόρου του Πολίτη. Ο ανεξάρτητος
θεσμός, με επιστολή του προς τον δήμο, εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για τις
συνθήκες διαβίωσης των αστέγων στη δομή, ζητώντας ακόμη και τη σφράγισή της για
απολύμανση, επισκευές και επανεκκίνηση της λειτουργίας της. Το κλιμάκιο του
Συνηγόρου κατέγραψε σοβαρά προβλήματα στις συνθήκες υγιεινής και
ασφάλειας: κοριοί, τρωκτικά, ανεπαρκής καθαριότητα, ελλείψεις προσωπικού και
δυσκολίες στην προσβασιμότητα.
Ο δήμος, απαντώντας, αναγνώρισε ορισμένες δυσλειτουργίες,
εξήγησε ότι εφαρμόζονται πρωτόκολλα καθαρισμού και απεντόμωσης, ενώ σημείωσε
πως ορισμένα προβλήματα επανεμφανίζονται λόγω εξωτερικών παραγόντων και
παλαιότητας του κτιρίου. Τόνισε επίσης ότι η δομή λειτουργεί βάσει νομοθεσίας,
διαθέτει επαρκές ιατρικό και ψυχοκοινωνικό προσωπικό, ενώ προχωρά σε διαγωνισμό
για επιπλέον υπηρεσίες καθαριότητας. Σχετικά με την εξέλιξη της υπόθεσης, η
αντιδήμαρχος Κοινωνικής Αλληλεγγύης σημειώνει ότι στο Πολυδύναμο Κέντρο Αστέγων
εφαρμόζονται συγκεκριμένα πρωτόκολλα, τα οποία, όπως διαβεβαιώνει, γίνεται
προσπάθεια να τηρούνται αυστηρά. «Πρόκειται για Κέντρο Αστέγων και όχι για δομή
παιδιών. Έχουμε να διαχειριστούμε ενήλικες ανθρώπους, με πολύ σύνθετες
συμπεριφορές», λέει.
Όπως εξηγεί, στην καθημερινή λειτουργία της δομής
προκύπτουν δυσκολίες που δεν σχετίζονται μόνο με τις υποδομές: «Υπάρχουν
περιπτώσεις ανθρώπων που δεν πλένονται, που δεν πετούν τα σκουπίδια τους, που
φέρνουν σακούλες από τον δρόμο και τις βάζουν μέσα στους θαλάμους. Αυτά τα
φαινόμενα τα έχουμε αντιμετωπίσει και συνεχίζουμε να τα αντιμετωπίζουμε. Από
εκεί ξεκινούν πολλά προβλήματα». Ζητήματα, όπως λέει, για τη λειτουργία του
Κέντρου, δημιουργούνται και από την έλλειψη προσωπικού: «Στο Πολυδύναμο δεν υπάρχει
μόνιμο προσωπικό. Όλοι εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης
έργου, ετήσιες, δεκάμηνες, που εναλλάσσονται. Αυτό δεν θα έπρεπε να συμβαίνει
σε τέτοιες δομές», τονίζει. Όπως εξηγεί, το καθεστώς αυτό δυσκολεύει σοβαρά τον
προγραμματισμό και τον κεντρικό σχεδιασμό του δήμου για τη στελέχωση του
Πολυδύναμου Κέντρου Αστέγων.
Το πρόγραμμα
«Στέγαση και Εργασία» για τους άστεγους
Μία πολιτική που, σύμφωνα με
αρκετούς από τους ανθρώπους με τους οποίους μιλήσαμε, έχει ουσιαστική σημασία,
είναι το πρόγραμμα «Στέγαση και Εργασία», το οποίο απευθύνεται αποκλειστικά
στην κοινωνική ομάδα των αστέγων. Η φιλοσοφία του βασίζεται στο μοντέλο housing
first/led, όπου η εξασφάλιση κατοικίας αποτελεί το πρώτο και θεμελιώδες βήμα,
πλαισιωμένο από ψυχοκοινωνική στήριξη και εργασιακή ένταξη.
Το πρόγραμμα στοχεύει στην άμεση
μετάβαση των αστέγων σε αυτόνομη διαβίωση, παρέχοντας υπηρεσίες στέγασης,
ψυχοκοινωνικής στήριξης, εργασιακής επανένταξης και διασύνδεσης με τις
υπάρχουσες πολιτικές επιδοματικής στήριξης. Προβλέπει επιδότηση ενοικίου για 24
μήνες, κάλυψη δαπανών οικοσκευής, ΔΕΚΟ, λειτουργικών αναγκών και επισκευών
φθορών, καθώς και επιδότηση εργασίας για 12 μήνες.
Το πρόγραμμα υλοποιήθηκε αρχικά το
2014 υπό τον τίτλο «Στέγαση και Επανένταξη», και ακολούθως το 2018. Από το
2020, έχει θεσμοθετηθεί ως μόνιμη δημόσια πολιτική καταπολέμησης της έλλειψης
στέγης, με πρόβλεψη για εφαρμογή ανά διετία από πόρους του κρατικού
προϋπολογισμού. Το πρόγραμμα προκηρύσσεται κάθε δύο χρόνια από το υπουργείο
Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και υλοποιείται από 43 δήμους της χώρας, ενώ
διαχειριστική Αρχή είναι ο ΟΠΕΚΑ.
Πανελλαδικά, πραγματοποιείται μέσω
41 συμπράξεων, στις οποίες συμμετέχουν συνολικά 89 δήμοι, 3 Κέντρα Κοινωνικής
Πρόνοιας και ο Εθνικός Οργανισμός Πρόληψης και Αντιμετώπισης των Εξαρτήσεων, σε
συνεργασία με Αναπτυξιακές Εταιρείες ΟΤΑ και πιστοποιημένα ΝΠΙΔ παροχής
κοινωνικών υπηρεσιών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής
και Οικογένειας που δόθηκαν στη LiFO, το πρόγραμμα έχει εγκριθεί για 853
νοικοκυριά, τα οποία αντιστοιχούν σε 1.855 ωφελούμενους σε όλη τη χώρα. Από
αυτούς, έχουν ήδη στεγαστεί 547 νοικοκυριά και 1.044 ωφελούμενοι, δηλαδή
περίπου δύο στα τρία εγκεκριμένα νοικοκυριά έχουν εξασφαλίσει κατοικία.
Από τους ήδη στεγασμένους, οι 186 είναι παιδιά (0-17
ετών), στοιχείο που, σύμφωνα με το υπουργείο, καταδεικνύει ότι η παρέμβαση
αφορά σε σημαντικό βαθμό οικογένειες με ανήλικα μέλη. Στο πρόγραμμα έχουν
ενταχθεί επίσης 91 άτομα, τα οποία, κατά την καταγραφή τους από τις κοινωνικές
υπηρεσίες, διέμεναν κυριολεκτικά στον δρόμο. Όπως σημειώνεται, «η ένταξή τους
προϋπέθετε συστηματική εργασία πεδίου από κοινωνικούς λειτουργούς, για τον
εντοπισμό, την οικοδόμηση σχέσης εμπιστοσύνης και τη σταδιακή αποδοχή της προοπτικής
στέγασης». Σύμφωνα με το υπουργείο, τα δεδομένα δείχνουν ότι το πρόγραμμα
λειτουργεί προληπτικά, προτού η αστεγία οδηγήσει σε διαβίωση στον δρόμο.
Συγκεκριμένα, το 37,83% των νοικοκυριών, πριν από την ένταξη, διέμενε σε
ακατάλληλα καταλύματα, το 20,22% ήταν υπό έξωση, ενώ το 12,23% φιλοξενούνταν
προσωρινά από ανάγκη. Αυτό σημαίνει ότι η παρέμβαση ανακόπτει τη διολίσθηση
προς την ακραία αστεγία.
Η αστεγία, όπως αποτυπώνεται στα στοιχεία του
προγράμματος, συνδέεται με σύνθετες μορφές κοινωνικής ευαλωτότητας: στο 23,34%
των νοικοκυριών υπάρχει μέλος ΑμεΑ ή χρονίως πάσχον, στο 10,36% μέλος που είναι
θύμα βίας ή εμπορίας, στο 9,36% Ρομά, στο 6,74% μετανάστες ή πρόσφυγες και στο
4,53% άτομα σε απεξάρτηση. Στη διεπιστημονική ομάδα συμμετέχει, όπου
προβλέπεται, και υποστηρικτής ομοτίμων (peer supporter), δηλαδή άτομο που έχει
υπάρξει ωφελούμενος σε προηγούμενο κύκλο του προγράμματος και αξιοποιεί τη βιωμένη
εμπειρία του για την προσέγγιση και ενδυνάμωση των αστέγων.
Για τον δήμο Αθηναίων, το συγκεκριμένο
πρόγραμμα υλοποιείται από την Εταιρεία Ανάπτυξης & Τουριστικής Προβολής
Αθηνών, που είναι φορέας του κεντρικού δήμου. Η κριτική που έχει ασκηθεί στον
δήμο είναι ότι τρέχει το πρόγραμμα με αργούς ρυθμούς. Τον περασμένο Οκτώβριο, η Δόμνα Μιχαηλίδου, υπουργός Κοινωνικής
Συνοχής και Οικογένειας, ανέφερε ότι ο δήμος Αθηναίων δεν κατάφερε να
ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο του προγράμματος «Στέγαση και
Εργασία» και «έμεινε πίσω» σε σχέση με τον δήμο Θεσσαλονίκης. Ο δήμος ισχυρίστηκε
ότι η σύγκριση δεν είναι ακριβής, καθώς στη Θεσσαλονίκη χρηματοδοτείται η
αξιοποίηση δημόσιων ακινήτων, ενώ στην Αθήνα, το υπουργείο περιορίζει τη
χρηματοδότηση μόνο σε ιδιωτικά ακίνητα. Υποστήριξε επίσης ότι ο δήμος έχει
καταθέσει πολλαπλά αιτήματα προς το υπουργείο για επέκταση της δυνατότητας
στέγασης και σε δημοτικά κτίρια ή ακίνητα ΝΠΙΔ, ιδρυμάτων και κοινωφελών
οργανισμών, τα οποία απορρίφθηκαν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε ο δήμος
Αθηναίων, μέχρι τον Οκτώβριο του 2025, είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα 15 ακίνητα,
είχαν υπογραφεί όλα τα συμφωνητικά με τους ιδιοκτήτες, εννέα από αυτά είχαν
ολοκληρώσει τις εργασίες ανακαίνισης και κρίθηκαν έτοιμα προς διάθεση. Είχαν
πραγματοποιηθεί 30 αυτοψίες και πληρωμές άνω των 100.000 ευρώ για προκαταβολές
και εργασίες. Ο δήμος υποστήριξε ότι εφαρμόστηκε και επικοινωνιακή καμπάνια για
την προσέλκυση ιδιοκτητών, χωρίς όμως σημαντική ανταπόκριση, αποδίδοντας τις
καθυστερήσεις στο περιοριστικό πλαίσιο που έχει τεθεί από το υπουργείο.
Οι ανάγκες όμως της αστεγίας στην Αθήνα είναι
μεγάλες και επείγουσες. Για πολλούς, καθημερινά πράγματα που θεωρούνται
αυτονόητα δεν είναι δεδομένα. Ο Ματθαίος είναι ένας από αυτούς. Δεν
τον απασχόλησε αν θα δημοσιευτεί το όνομά του. Δεν θέλησε, όμως, να μας πει πώς
βρέθηκε στον δρόμο. Πρώην ναυτικός, 50 ετών σήμερα, είναι άστεγος εδώ και
δεκαπέντε χρόνια. «Οι αποφάσεις που παίρνει ένας άνθρωπος στη ζωή του τον
φέρνουν σε κάποιες καταστάσεις. Αυτές που πήρα εγώ δεν ήταν οι σωστές και βρίσκομαι
τώρα σ’ αυτήν την κατάσταση», λέει. Δέκα χρόνια έζησε στον δρόμο· τα τελευταία
πέντε έχει εγκατασταθεί και έχει νοικοκυρέψει ένα παλιό παράπηγμα, στο οποίο,
πριν από αυτόν, έμενε ένας άλλος άστεγος που έφυγε από τη ζωή. «Έχω ενημερώσει
τις αρχές ότι θα το τακτοποιήσω για να μείνω», προσθέτει. «Έχω τα ρούχα μου, τα
πράγματά μου. Όταν κοιμάσαι στον δρόμο, σε κλέβουν. Κι ας ξέρουν ότι δεν έχεις
κάτι αξίας. Κι όμως, αυτό που έχεις, θα σ’ το πάρουν».
Για έξι χρόνια κοιμόταν σε παγκάκι, στην ίδια πλατεία
όπου σήμερα διανυκτερεύει στο αυτοκίνητό του ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Τους
φροντίζει όσο μπορεί. Όπως λέει, ο δήμος προσφέρει τα βασικά: φαγητό, ιατρική
βοήθεια, ρούχα και κουβέρτες. Δεν αναζητά πια δουλειά και είναι χρήστης. Στο
δικό του αφήγημα, η αστεγία είναι μια μακρά και σκληρή εμπειρία επιβίωσης,
μοναξιάς και αποδοχής, μέσα στην οποία, όπως λέει, οι άνθρωποι γίνονται κι
αυτοί σκληροί.
Από το πρώτο συσσίτιο και
τα ξενοδοχεία Κάπρι και Ορφέας, που παραχωρούσε ο δήμος Αθηναίων για τη
φιλοξενία αστέγων στα τέλη
της δεκαετίας του ’90, η εικόνα έχει αλλάξει αρκετά. Σήμερα, στις γειτονιές της
Αθήνας, κοιμούνται άνθρωποι μέσα σε αυτοκίνητα, έπειτα από εξώσεις ή χρόνιες
αδυναμίες καταβολής ενοικίου. Παράλληλα, αναδύεται η νέα γενιά των working
homeless: άνθρωποι που έχουν εργασία, αλλά όχι σπίτι. Δίπλα τους, μια άλλη
σιωπηλή πλειονότητα: άνθρωποι με αναπηρία που περνούν τις νύχτες στα
πεζοδρόμια, σχεδόν αποκλεισμένοι από τις υπάρχουσες δομές, και ηλικιωμένοι που
αυξάνονται δραματικά στους δρόμους της πόλης.
Η τελευταία αποτύπωση του πληθυσμού των αστέγων στον δήμο
Αθηναίων έγινε το 2018 από το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη
νέα έρευνα, σε ένα πεδίο που θυμίζει κινούμενη άμμο. Ο αριθμός μεταβάλλεται,
όπως και το προφίλ των αστέγων, που μοιραία συνδέεται με την εκάστοτε
κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα. Μένει να φανεί αν η νέα απογραφή θα
καταφέρει να αποτυπώσει αυτές τις πολλές και διαφορετικές παράλληλες
πραγματικότητες που κρύβονται στους δρόμους και στα στενά της πόλης. Γιατί η αστεγία
στην Αθήνα δεν έχει ένα πρόσωπο. Έχει πολλά.
Ο Γ. κάποτε δίδασκε πιάνο σε ωδεία· σήμερα στηρίζεται
στις δομές της ΜΚΟ Κλίμακα και πλέον διδάσκει μουσική σε παιδιά με αναπηρία,
χωρίς αμοιβή. Η Δ. φυσικοθεραπεύτρια ογκολογική ασθενής, κοιμάται σε πλατείες
και δουλεύει τετράωρα για να συγκεντρώσει τα χρήματα που θα της επιτρέψουν να
νοικιάσει ένα σπίτι. Ελπίζει πως όταν θα μπορέσει να κοιμηθεί κάτω από μια
στέγη, θα έχει και τις δυνάμεις για να δουλέψει οκτάωρο.
Στον δρόμο, η αλήθεια είναι θολή. Όπως και οι άνθρωποι που
την κουβαλούν. Ισως η μνήμη να παραμορφώνεται. Ίσως και η ταυτότητα κάποιες
φορές να επινοείται.
Ο Ματθαίος, χρήστης, επισκεύασε ένα πρόχειρο κατάλυμα σε
δημοτικό οικόπεδο για να βρει ένα ελάχιστο καταφύγιο από τον δρόμο. Η Ε., 81
ετών, που κάποτε ζούσε άνετα στα βόρεια προάστια, είδε τη ζωή της να
ανατρέπεται και πλέον φιλοξενείται στο Υπνωτήριο Αστέγων των Γιατρών του
Κόσμου. Όπως και η Ν., πρώην φροντίστρια ηλικιωμένων, που μετακόμισε στην Αθήνα
για μια δουλειά που τελικά δεν προχώρησε.
Ο Στίβεν είναι ανάπηρος, οροθετικός και ζει ανάμεσα στο
πεζοδρόμιο και τα επείγοντα των νοσοκομείων. Ο Μ. και η Α. μένουν σε
αυτοκίνητα εδώ και μήνες, περιμένοντας να βγει η σύνταξή τους. Υπάρχουν και
άλλοι που δεν φαίνονται πουθενά. Εργάζονται, αλλά τα χρήματα δεν αρκούν για το
ενοίκιο. Μένουν ευκαιριακά σε φίλους και γνωστούς, μέχρι τελικά να βρεθούν στον
δρόμο, αναζητώντας αργά ή γρήγορα στέγη σε μια δομή.Και υπάρχουν κι εκείνοι που
δεν γίνονται δεκτοί σε δομές, επειδή δεν είναι «αυτοεξυπηρετούμενοι», όπως
προβλέπει η νομοθεσία, αναδεικνύοντας έτσι τη μεγάλη γκρίζα ζώνη που
αφήνουν πίσω τους τα κριτήρια προστασίας.
Παρότι για χρόνια το θέμα των αστέγων
αντιμετωπιζόταν αποσπασματικά, με ελάχιστες δημόσιες δομές και χωρίς σαφές
θεσμικό πλαίσιο, κάποιες οργανώσεις μπήκαν από νωρίς στην πρώτη γραμμή. Ήδη από
τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Κλίμακα,
οι Γιατροί του Κόσμου Ελλάδας και άλλες
μικρότερες πρωτοβουλίες παρείχαν υποστήριξη σε ανθρώπους που ζούσαν στον δρόμο,
προσπαθώντας να καλύψουν κενά εκεί όπου το κράτος αδυνατούσε ή
αδιαφορούσε.
Ο δήμος Αθηναίων συγκρότησε τότε έναν πρώτο θεσμικό
βραχίονα κοινωνικής φροντίδας: ένα Κέντρο Υποδοχής Αστέγων, το οποίο, αν και
θεσμοθετήθηκε το 1998, ξεκίνησε να λειτουργεί το 2005. Στην πορεία,
μετεξελίχθηκε στο σημερινό Κέντρο Υποδοχής και Αλληλεγγύης του Δήμου Αθηναίων
(ΚΥΑΔΑ), που αποτελεί τον βασικό φορέα για την υλοποίηση προγραμμάτων
κοινωνικής προστασίας, σίτισης και προσωρινής στέγασης στον κεντρικό δήμο.
Σταδιακά, με πολλές ασυνέχειες, στη δίνη της
οικονομικής κρίσης και κατά τη διάρκεια της δημαρχίας του Γιώργου Καμίνη, το ΚΥΑΔΑ διεύρυνε τη
δράση του: δημιουργήθηκαν συνεργασίες με ΜΚΟ, φορείς αλληλεγγύης και ιδρύματα·
προχώρησαν προγράμματα ένταξης και φιλοξενίας μικρής κλίμακας· ενισχύθηκε
το Κέντρο Σίτισης και αυξήθηκαν τα συσσίτια σε καθημερινή βάση.
Το 2020, ο δήμος προχώρησε στη σύσταση του Πολυδύναμου
Κέντρου Αστέγων, συγκεντρώνοντας για πρώτη φορά σε έναν χώρο διαφορετικές
υπηρεσίες: υπνωτήριο, ξενώνα, κέντρο ημέρας. Ήταν μια απόπειρα συστηματοποίησης
της φιλοξενίας και της υποστήριξης, με στόχο τη σταθερότητα και την ορατότητα.
Από το 2020 θεσμοθετείται για πρώτη φορά ως μόνιμη δημόσια πολιτική
καταπολέμησης της έλλειψης στέγης το πρόγραμμα «Στέγαση και Εργασία», το οποίο
παρέχει υπηρεσίες επιδότησης ενοικίου και κάλυψης βασικών αναγκών για περίοδο
δύο ετών και επιδότηση εργασίας για έναν χρόνο.
Ας δούμε όμως, πέρα από τα στοιχεία, ποιοι είναι
πραγματικά οι άστεγοι στην Αθήνα. Μέσα από τη δική τους ματιά, αλλά και μέσα
από τις εμπειρίες εκείνων που βρίσκονται καθημερινά δίπλα τους, προσπαθώντας να
καλύψουν τις ανάγκες τους σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα. Αλλά ας
παρακολουθήσουμε και τι έχει συμβεί, και τι δεν έγινε μέσα σε είκοσι χρόνια
παρεμβάσεων, πολιτικών και απόπειρας φροντίδας: από τη σίτιση και τη φιλοξενία,
την ψυχοκοινωνική στήριξη, την εργασιακή επανένταξη και τη στεγαστική αποκατάσταση.
Από το ωδείο
στο πεζοδρόμιο
Ο Γ. είναι μουσικός και σήμερα
στηρίζεται από τη ΜΚΟ Κλίμακα. Συμφώνησε να αφηγηθεί την ιστορία του με μία
προϋπόθεση: να γράψουμε και για τη βοήθεια που του έχει προσφέρει εδώ και μία
πενταετία τουλάχιστον ο ψυχίατρος και επιστημονικός υπεύθυνος της οργάνωσης, Κυριάκος
Κατσαδώρος – βοήθεια που έχει προσφέρει όχι μόνο στον ίδιο, αλλά και
σε εκατοντάδες άλλους ανθρώπους που βρέθηκαν στο περιθώριο. Πώς βρέθηκε όμως ο
ίδιος σ' αυτή τη θέση; «Ούτε κι εγώ το κατάλαβα. Μια μέρα ξημέρωσα στη
Σωκράτους, εκεί που ζούσαν οι άστεγοι. Δεν ξέρω πώς έφτασα ως εκεί», λέει.
Για χρόνια η ζωή του ήταν, όπως την
περιγράφει, «πολύ καλή». Είχε οικογένεια, ωραίο σπίτι, οικονομική άνεση και
αργότερα δικό του ωδείο στη Ρόδο. Κάποια στιγμή, όμως, όλα άρχισαν να
καταρρέουν σχεδόν ταυτόχρονα. Η ζωή του άλλαξε μέσα από τρεις διαδοχικές
απώλειες. Πρώτα η μητέρα του, την οποία, όπως λέει, βρήκαν νεκρή στο σπίτι της,
δεμένη και φιμωμένη. Έπειτα η κόρη του, 32 χρονών, γιατρός αναισθησιολόγος που
σκοτώθηκε σε τροχαίο λίγες μέρες μετά την κηδεία της μητέρας του. Και τέλος η
σύζυγός του, που πέθανε μόλις δέκα ημέρες αφότου μετακόμισαν μαζί στο
ανακαινισμένο πατρογονικό της σπίτι, σε ένα ορεινό χωριό της επαρχίας, όπου
είχαν αποφασίσει να αποσυρθούν μετά τον θάνατο της κόρης τους.
Σήμερα κάνει μαθήματα πιάνου σε
παιδιά με αναπηρίες, πηγαίνοντας στα σπίτια τους, χωρίς αμοιβή. «Δεν το βρίσκω
σπουδαίο. Το βρίσκω ανθρώπινο. Και δεν είναι κάτι που άρχισα να κάνω τώρα,
έπειτα από όλα αυτά. Το έκανα και όταν ήμουν καλά», λέει. Ο ίδιος ισχυρίζεται
ότι έχει θητεύσει σε διευθυντικές θέσεις κορυφαίων μουσικών ιδρυμάτων της
χώρας. Το όνομα που μας έδωσε, ωστόσο, δεν εμφανίζεται σε κανένα δημόσιο μητρώο
ή κατάλογο. Αυτό όμως δεν σημαίνει και πολλά. Στον δρόμο, η αλήθεια είναι θολή.
Όπως και οι άνθρωποι που την κουβαλούν. Ισως η μνήμη να παραμορφώνεται. Ίσως
και η ταυτότητα κάποιες φορές να επινοείται.
Οταν η κοιλιά
προηγείται της ψυχής
«Αυτό που χάνεις αργά και σταθερά
είναι τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς σου», μας λέει ο Νικήτας
Κανάκης, πρόεδρος των Γιατρών του Κόσμου Ελλάδας. «Όπως έγραφε και ο Όργουελ,
στο εμβληματικό του βιβλίο όπου αποτύπωσε την προσωπική του εμπειρία αστεγίας
στους δρόμους του Παρισιού και του Λονδίνου, η κοιλιά προηγείται της ψυχής».
Γίνεσαι σκληρός για να βγάλεις τη μέρα, όπως μας λέει. Προτεραιότητα έχει η
κάλυψη των βασικών αναγκών: «Να προλάβεις να στηθείς στο συσσίτιο για να φας
καλύτερα. Να βρεις κάπου να ζεσταθείς. Να βρεις μια γωνιά στην πόλη όπου θα
είσαι ασφαλής, χωρίς να κινδυνεύεις».
Ο ωμός ρεαλισμός της επιβίωσης που περιγράφει ο Νικήτας
Κανάκης, με την καθημερινή μάχη για ένα πιάτο φαγητό, ένα ασφαλές σημείο για
ύπνο ή λίγη ζέστη, είναι για κάποιους μια αλήθεια που δεν τελειώνει με το
ξημέρωμα. Μια από αυτούς είναι και η Μ., 62 ετών, ογκολογική ασθενής,
που τα τελευταία 3,5 χρόνια ζει στον δρόμο και υποστηρίζεται από τη ΜΚΟ
Κλίμακα.
«Είχα κάποιο σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα, το οποίο δεν
μπόρεσα να το διαχειριστώ και τα διέλυσα όλα», μας λέει. Δεν θέλει να μπει σε
λεπτομέρειες. Παλιά νοίκιαζε σπίτι, εργαζόταν ως φυσικοθεραπεύτρια σε αθλητικές
ομάδες και, όπως λέει, «είχα μια κανονική ζωή, όπως κάθε άνθρωπος». Από το
επάγγελμά της είχε απομακρυνθεί πέντε χρόνια προτού μπει στην αστεγία και
θεωρεί πια δύσκολη την επιστροφή.
Το περασμένο καλοκαίρι εργάστηκε ως λαντζιέρα, τετράωρο,
δοκιμαστικά σε μία επιχείρηση στην Ανατολική Αττικη. Εκείνη την περίοδο
κοιμόταν στο αεροδρόμιο, μέχρι που την έδιωξαν. «Αν δεν κοιμάσαι, δεν μπορείς
να δουλέψεις. Η λάντζα έχει καλά λεφτά, αλλά πρέπει να κοιμάσαι κανονικά, και
έξω δεν κοιμάσαι. Είσαι όλο σε εγρήγορση. Σε κλέβουνε. Μόλις κοιμηθείς, θα σου
πάρουν το τηλέφωνο ή ακόμα και την ταυτότητα και ό,τι άλλο ενδιαφέρον βρουν».
Γι’ αυτό και φροντίζει να κοιμάται σε μέρη όπου υπάρχει αστυνομία, όπως στο
Σύνταγμα ή σε σημεία όπου υπάρχουν κάμερες.
Τώρα αναζητά ένα τετράωρο για διανομή φυλλαδίων, ώστε να
συγκεντρώσει τα πρώτα χρήματα που θα της επιτρέψουν να νοικιάσει ένα σπίτι.
«Για να μπορέσω να κοιμάμαι και να δουλέψω κανονικά στη λάντζα», λέει. «Ό,τι
μάζεψα το καλοκαίρι δεν έφτανε, γιατί δεν έβρισκα τίποτα κάτω από 500
ευρώ».
Η Κλίμακα τη στηρίζει με τρόφιμα, φάρμακα, ιατρική
περίθαλψη και φροντίζει για τη διεκπεραίωση των γραφειοκρατικών της
εκκρεμοτήτων. Αν και εντάχθηκε στο πρόγραμμα «Στέγαση και Εργασία», δεν
κατάφερε τελικά να ωφεληθεί, γιατί, όπως ισχυρίζεται, την ενημέρωσαν αργά οι
υπηρεσίες του δήμου και έχασε τις προθεσμίες ώστε να προχωρήσει.
Αγχωμένη να φροντίσει για την καθημερινή επιβίωση και
η Μ., 52 χρονών, που η δουλειά της ήταν η φροντίδα ηλικιωμένων. Τη
συναντήσαμε στο υπνωτήριο των Γιατρών του Κόσμου ένα μεσημέρι – βιαζόταν
να προλάβει ένα συσσίτιο που είχε στηθεί από μία οργάνωση στην Πατησίων για να
μη χάσει το μεσημεριανό γεύμα. Η ανωνυμία που της προσφέρει η Αθήνα, αλλά και η
κατάστασή της, δεν αφήνουν περιθώρια για πολλές ντροπές και συστολή. Η Μ. ζούσε
στη Θεσσαλονίκη και φρόντιζε μια ηλικιωμένη για χρόνια. Ώσπου, ξαφνικά, της είπαν
ότι πρέπει να φύγει. Δεν την κρατούσε τίποτα στην πόλη και βρήκε μια αντίστοιχη
δουλειά στην Αθήνα. Η νέα σελίδα στη ζωή της δεν ξεκίνησε καλά. Η δουλειά
τελικά δεν έκλεισε και έμεινε ξεκρέμαστη. Στη Θεσσαλονίκη δεν την περίμενε
κανείς και αρχικά φιλοξενήθηκε για λίγο σε έναν φίλο της.
Δεν αντέχει την ιδέα του δρόμου.
«Βρήκα τους Γιατρούς του Κόσμου πριν από τα Χριστούγεννα», λέει. «Δεν θέλω να
καταλήξω στον δρόμο. Είχα μείνει έξω λίγες μέρες στη Θεσσαλονίκη και δεν
υπάρχει τίποτα χειρότερο. Δεν θέλω να το ξαναζήσω». Η καθημερινότητά της αυτό
το διάστημα είναι περιπλάνηση στους δρόμους της Αθήνας και αναζήτηση εργασίας
στις αγγελίες και στα social. Μέχρι το απόγευμα που θα μπει στο υπνωτήριο για
να φάει, να κάνει μπάνιο και να κοιμηθεί. Και το πρωί πάλι από την αρχή.
Πάντως, ακόμα κι αν βρει δουλειά, δεν πιστεύει ότι θα τα καταφέρει να νοικιάσει
ένα μικρό διαμέρισμα μόνη της. Σχεδιάζει να συγκατοικήσει με μία φίλη που
γνώρισε στην Αθήνα, η οποία προφανώς βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση. Μας λέει
ότι δεν τη νοιάζει πόσες ώρες θα δουλεύει, θα δούλευε ακόμα και δωδεκάωρο.
«Θέλω απλώς να νιώσω ξανά άνθρωπος».
Το
μεταβαλλόμενο τοπίο της αστεγίας
Οι Γιατροί του Κόσμου δημιούργησαν
το πρώτο Υπνωτήριο Αστέγων στην Αθήνα, στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Ο
Νικήτας Κανάκης μας εξηγεί σε αδρές γραμμές το μεταβαλλόμενο προφίλ των
αστέγων, όπως αυτό διαμορφώθηκε από το κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον της
τελευταίας δεκαετίας. Από το 2010 και μετά, η αστεγία στην Ελλάδα αφορά κυρίως
Έλληνες, ανθρώπους που είχαν κανονική ζωή πριν από τη δίνη της κρίσης και των
μνημονίων. Εργατοτεχνίτες, μικρομαγαζάτορες και ελεύθεροι επαγγελματίες,
χαμηλόμισθοι υπάλληλοι και συνταξιούχοι που έμειναν ξεκρέμαστοι, χωρίς δίκτυο
προστασίας. Πολλοί γύρω στα 55-60, χωρίς οικογένεια, πολύ μεγάλοι για να
ξαναβρούν δουλειά, αρκετά «νέοι» για σύνταξη. Την ίδια περίοδο, μετά το 2014,
αρχίζει να φτάνει και ένα νέο προσφυγικό κύμα – άνθρωποι εξίσου ευάλωτοι,
οι οποίοι όμως είχαν έστω κάποια πρόσβαση σε δομές υποδοχής ή αναχωρούσαν για
άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Σήμερα, η ανθρωπογεωγραφία της
αστεγίας φαίνεται διαφοροποιημένη. Στους δρόμους της πόλης εμφανίζονται
νέες, ετερόκλητες κατηγορίες ανθρώπων, κυρίως Ελλήνων. Μία από αυτές είναι
ηλικιωμένοι, άνω των 75 ετών. Πρόκειται για την πιο ραγδαία αυξανόμενη
κατηγορία. Ο Ν. Κανάκης μας λέει ότι πρόκειται για την κοινωνική ομάδα που
αποτελεί το 30% του πληθυσμού που φιλοξενείται σήμερα στο υπνωτήριο των Γιατρών
του Κόσμου Ελλάδος: «Άνθρωποι χωρίς ή με μία πενιχρή σύνταξη, με σοβαρά
προβλήματα υγείας και κινητικότητας, χωρίς φροντιστές, χωρίς καμιά προοπτική.
Κυρίως Έλληνες που έχουν αποκοπεί πλήρως από το οικογενειακό και κοινωνικό τους
περιβάλλον». «Και ενώ βρισκόμαστε σε μια εποχή που μιλάμε για την ενεργό
γήρανση, φτάνουμε να πούμε ότι χρειαζόμαστε περισσότερα γηροκομεία»,
τονίζει.
Μια από τις σιωπηλές φιγούρες αυτής της
γενιάς των αόρατων ηλικιωμένων είναι η Ε., 81 ετών. Τη συναντήσαμε
στο υπνωτήριο των Γιατρών του Κόσμου, στο οποίο φιλοξενείται εδώ και έναν
χρόνο. Ο σύζυγός της, τεχνίτης ζαχαροπλαστικής, όπως λέει, είχε επιχείρηση σε
περιοχή των βορείων προαστίων. Στην ίδια περιοχή μεγάλωσε κι αυτή. Ο γιος τους,
«σπουδαγμένος με τρία πτυχία, δεν θέλησε να συνεχίσει την οικογενειακή δουλειά.
Γνώρισε μία Αμερικανίδα στη Μύκονο όπου είχε πάει για διακοπές, την παντρεύτηκε
και έφυγε μαζί της στην Αμερική. Έμεινε δέκα χρόνια και κάποια στιγμή ζήτησε να
πάμε κι εμείς. Πουλήσαμε το σπίτι και μετακομίσαμε εκεί. Εχω δύο εγγονές που
ζούν με τη μητέρα τους εκεί». Δέκα χρόνια αργότερα ο γιος της χώρισε,
επέστρεψαν στην Ελλάδα και ο σύζυγός της πέθανε. «Στην Ελλάδα, ο γιος μου
έστησε μια νέα δουλειά και πήγαινε πολύ καλά στην αρχή. Πήρε και δεύτερο όροφο
στο Σύνταγμα. Ύστερα ήρθε η κρίση. Τα χρέη. Έχασε τα πάντα. Τον πήρανε στο
Δρομοκαΐτειο, είχε κάνει απόπειρα. Μετά στον Ευαγγελισμό. Να είναι καλά οι
άνθρωποι, τον έσωσαν», λέει. Ο γιος της σήμερα μένει σε κάποια δομή. Η ίδια
παίρνει μια μικρή σύνταξη: «Δεν φτάνει. Δίνω κι εγώ απ’ τα λίγα που έχω στο στο
παιδί μου, για τα τσιγάρα του. Δεν το συγχωρεί στον εαυτό του που έμεινα στον
δρόμο. Εγώ ξέρω όμως πως δεν έφταιγε και θα συνεχίσω να τον στηρίζω».
Η εικόνα μιας ηλικιωμένης γυναίκας
που βρέθηκε κάτω από παρόμοιες συνθήκες στον δρόμο είναι αυτή που έχει
εντυπωθεί και στον Κωνσταντίνο Μαριδάκη, υπεύθυνο Κίνησης του
Streetwork στον δήμο Αθηναίων, παρόλο που καθημερινά διαχειρίζεται εκατοντάδες
περιστατικά αστεγίας: «Θυμάμαι χαρακτηριστικά, πριν από μερικά χρόνια, μια
δυνατή χιονόπτωση μέσα στην Αθήνα. Βρήκαμε μια κυρία, περίπου 70 ετών, σε μια
γωνιά του δρόμου. Είχε μόλις υποστεί μία έξωση. Φαινόταν ότι ήταν μία γυναίκα
που δεν είχε ζήσει μέχρι τότε στο περιθώριο. Κι από τη μια μέρα στην άλλη,
βρέθηκε στο κρύο, μόνη. Τρέξαμε για να τη βοηθήσουμε. Έπρεπε να πάρει
φαρμακευτική αγωγή, να της βρούμε άμεσα στέγη, έστω προσωρινή, για να μην
παγώσει και πεθάνει στον δρόμο».
Στο άλλο άκρο της ηλικιακής
κλίμακας, εντοπίζεται μια δεύτερη κοινωνική κατηγορία αστέγων, την οποία
παρατηρούν έντονα στο πεδίο οι Γιατροί του Κόσμου: νέοι πρώην ουσιοεξαρτημένοι.
«Πολλά νέα παιδιά, καθαρά πλέον, ολοκληρώνουν τα θεραπευτικά τους προγράμματα
αλλά δεν έχουν πού να μείνουν. Οι οικογένειές τους δεν τα δέχονται πίσω.
Καταλήγουν σε υπνωτήρια ή δομές, προσπαθώντας να “πιάσουν το νήμα” από την
αρχή. Φιλοξενούμε τέτοιες περιπτώσεις στο υπνωτήριο», λέει ο Ν. Κανάκης.
Μια σιωπηλή
μορφή αστεγίας που ολοένα αυξάνεται: ζώντας στο αυτοκίνητο
Μια από τις πιο σιωπηλές και
αυξανόμενες μορφές αστεγίας είναι οι άνθρωποι που έχουν εξαντλήσει κάθε
δυνατότητα φιλοξενίας, οικονομικής επανεκκίνησης ή στήριξης. Ζουν από έξωση σε
έξωση, από προσωρινό καταφύγιο σε επόμενο προσωρινό καταφύγιο: «Θα πληρώσουν
δύο ενοίκια, θα τους ξανακάνουν έξωση και μετά θα πάνε στην επόμενη λύση. Σε
γονείς, αδέλφια, άλλους συγγενείς». Κλείνοντας αυτόν τον κύκλο, καταλήγουν στο
αυτοκίνητο. «Δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε τον αριθμό τους, αλλά τους βλέπουμε
στα κοινωνικά ιστορικά του πολυιατρείου μας, που έρχονται για να πάρουν
φάρμακα. Είναι άνθρωποι που δεν έχουν πού να ακουμπήσουν», εξηγεί ο Κανάκης.
Για τον Χρήστο Αλεφάντη,
ιδρυτή και Διευθυντή Σύνταξης του περιοδικού «Σχεδία», πρόκειται για ένα
φαινόμενο που τείνει να γίνεται τελευταία όλο και συχνότερο. Προσεγγίζοντας
έναν άνθρωπο που ζει στο αυτοκίνητό του τους τελευταίους μήνες, μας λέει ότι
συνάντησε μια αντίσταση: «Υπάρχει μια άρνηση, μια ανάγκη να διατηρήσουν –όπως
θεωρούν οι ίδιοι– την αξιοπρέπειά τους. Γι’ αυτό και δεν ήθελε να πάει σε
κάποια δομή. Επιζητούσε να επιβεβαιώσει ο ίδιος για τον εαυτό του ότι δεν είναι
όπως οι άλλοι άστεγοι. Δεν είναι σαν κι αυτούς. Υπάρχουν άνθρωποι που επιλέγουν
να μην πάνε σε μία δομή. Δεν το αντέχουν», μας λέει.
Το φαινόμενο, όμως, δεν περιορίζεται στην Ελλάδα.
Αντίστοιχα περιστατικά καταγράφονται σε πολλές Πολιτείες των ΗΠΑ, όπου υπάρχουν
οξυμμένα στεγαστικά ζητήματα. Ο Χρ. Αλεφάντης μας παραπέμπει σε
δημοσίευμα των «New York Times» με τίτλο «I live in my car», που περιγράφει
ανθρώπους οι οποίοι, έπειτα από εξώσεις ή αδυναμία να καλύψουν τα ενοίκια, ζουν
πλέον στα αυτοκίνητά τους. «Σε κάποιες Πολιτείες», σημειώνει, «σκέφτονται να
δημιουργήσουν μεγαλύτερα και ασφαλέστερα πάρκινγκ για να μπορούν να κοιμούνται
οι άστεγοι εκεί», λέει.
Μέσα από την υπηρεσία Streetwork του δήμου, καταφέραμε να
εντοπίσουμε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, που ζουν στο αυτοκίνητό τους εδώ και
μήνες, σε μια πλατεία στο κέντρο της Αθήνας. Η Α. και ο Χ. είναι
μουσουλμάνοι από τη Θράκη που κατέβηκαν στην Αθήνα τη δεκαετία του ’80. Είναι
περίπου 70 χρονών και για αρκετό καιρό ζούσαν με την οικογένεια της κόρης της
Α. στη Λούτσα και μετά στο εγγόνι της. Η Α. όμως δεν ήθελε να επιβαρύνει κι
άλλο την οικογένειά της. Παίρνει 400 ευρώ σύνταξη και δεν φτάνουν για το νοίκι,
όπως λέει. Στο αυτοκίνητο του Χ. ζουν το τελευταίο εξάμηνο και οι άνθρωποι του
δήμου φροντίζουν το φαγητό, τα φάρμακα, τις κουβέρτες. Θα μείνουν λίγο ακόμα,
όπως λέει ο Χ. Μέχρι να βγει η σύνταξή του και να κάνει παράλληλα κάποιο
ευκαιριακό μεροκάματο. Έπειτα θα επιστρέψουν, ύστερα από πολλές δεκαετίες, στην
Αλεξανδρούπολη, από όπου έχουν κοινή καταγωγή. Εκεί υπάρχει ένα σπίτι της Α.
όπου θα περάσουν το υπόλοιπο της ζωής τους.
«Δύο μηνιάτικα
μακριά από τον δρόμο»
Ο Χρ. Αλεφαντής αναδεικνύει μία
άλλη κοινωνική ομάδα, η οποία για την Ελλάδα είναι, προς το παρόν, terra
incognita. Την κοινωνική ομάδα των working homeless, τους εργαζόμενους
αστέγους: «Οι Αγγλοσάξονες έχουν μία φοβερή ατάκα. Λένε ότι οι περισσότεροι από
εμάς –και εκεί βάζω και τον εαυτό μου μέσα– είμαστε δύο μηνιάτικα μακριά
από το να μείνουμε στον δρόμο. Γιατί οι περισσότεροι περιμένουμε να έρθει η 1η
του μηνός για να πληρώσουμε ρεύμα, νερό, νοίκι. Στην Αυστραλία, όπου η αστεγία
αποτυπώνεται στατιστικά με νούμερα, μετρήθηκε ότι 27,5 χιλιάδες άνθρωποι
ξυπνούν το πρωί και πάνε στη δουλειά τους – σε ένα γραφείο, σε μια
οικοδομή, οπουδήποτε εργάζονται. Οταν σχολάσουν, πάνε σε έναν ξενώνα να
κοιμηθούν, γιατί τα χρήματα δεν τους φτάνουν να συντηρήσουν ένα σπίτι. Στην
Ελλάδα, αυτός ο αριθμός είναι απροσδιόριστος, αλλά υπάρχει», λέει.
Ο Χρήστος Αλεφαντής μας εξηγεί ότι
αστεγία δεν σημαίνει μόνο πεζοδρόμιο: «Οι άνθρωποι της “Σχεδίας” δεν είναι όλοι
άστεγοι, τουλάχιστον όχι όπως φανταζόμαστε την αστεγία. Δεν ζουν στα πεζοδρόμια
πια. Σήμερα έχουμε μόνο μία γυναίκα που ζει στον δρόμο. Οι υπόλοιποι, μέσα από
τη “Σχεδία”, έχουν καταφέρει να ενταχθούν σε ξενώνες, σε δομές ή σε
κάποιο διαμέρισμα, μέσω του προγράμματος κοινωνικής κατοικίας».
Για πολλούς όμως η κατοικία είναι
επισφαλής υπόθεση, όπως μας λέει: «Κάποιοι μένουν στο ενοίκιο αλλά χρωστούν
πολλούς μήνες. Άλλοι έχουν σπίτι στο όνομά τους, αλλά δεν έχουν ρεύμα ή νερό.
Όλοι αυτοί ζουν με τον φόβο της επόμενης μέρας. Και αυτό είναι μια μορφή
αστεγίας, σύμφωνα με την τυπολογία της Feantsa. Πρόκειται για την επισφαλή
στέγαση, που αφορά τους ανθρώπους που αν και ζουν σε κάποιο χώρο, απειλούνται
με έξωση ή ζουν σε ακατάλληλες και μη βιώσιμες συνθήκες», λέει.
Κλίμακα: ΑμεΑ
η απόλυτα γκρίζα ζώνη της αστεγίας
Αυτός ο «απροσδιόριστος» αριθμός
των εργαζόμενων αστέγων ενισχύεται και από μια άλλη πραγματικότητα: την
αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών ακόμη κι όταν υπάρχει εισόδημα από εργασία ή
ακόμη και προνομιακή προστασία. Οι άνθρωποι της ΜΚΟ Κλίμακα, που ασχολείται εδώ
και 25 χρόνια με την αστεγία, μας εξηγούν: «Αν ένας άνθρωπος είναι άστεγος και,
για παράδειγμα, λαμβάνει το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, ακόμη κι αν έχει
προνοιακά "τακτοποιηθεί", το ποσό αυτό δεν επαρκεί πλέον για να
καλύψει ούτε το ενοίκιο ούτε τους βασικούς λογαριασμούς ενός σπιτιού. Αν
προσθέσουμε και το γεγονός ότι πολλοί εξ αυτών έχουν και ψυχιατρικές παθήσεις,
τότε το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο. Όσο αυξάνεται το κόστος στέγασης,
θα αυξάνονται και οι άστεγοι, σχεδόν νομοτελειακά», λένε.
Για την Κλίμακα, η απόλυτα γκρίζα
ζώνη της αστεγίας είναι η αναπηρία. Ο Νίκος Μπεκιάρης, νομικός της Ομάδας
Παρέμβασης στο Δρόμο Κλίμακα, σχολιάζει: «Εάν η συμπεριφορά της κοινωνίας
μας στα άτομα με αναπηρία είναι δείκτης του πολιτισμού μας, τότε δυστυχώς
κάνουμε κάτι πολύ λάθος. Υπάρχει μια κατηγορία αστέγων που λόγω των προβλημάτων
υγείας τους δεν είναι αυτοεξυπηρετούμενοι. Γι’ αυτούς δεν υπάρχουν δομές
προσωρινής φιλοξενίας. Οι περισσότεροι έχουν παραιτηθεί από την ιδέα εύρεσης
μιας μακροχρόνιας λύσης και κινούνται μεταξύ του δρόμου και κάποιας
εφημερίας νοσοκομείου».
Όπως εξηγούν οι άνθρωποι της
Κλίμακας, αυτή τη στιγμή για να φιλοξενηθεί κάποιος σε ξενώνα του δήμου ή σε
άλλη δομή, πρέπει να είναι αυτοεξυπηρετούμενος. Αυτό προβλέπει η νομοθεσία.
Όσοι δεν πληρούν αυτό το κριτήριο, μένουν ουσιαστικά αποκλεισμένοι. Το θλιβερό
αποτέλεσμα αυτού του αποκλεισμού είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι περιφέρονται
ανάμεσα στον δρόμο και τις εφημερίες των νοσοκομείων όχι επειδή έχουν επείγον
πρόβλημα υγείας, αλλά γιατί εκεί βρίσκουν μια στοιχειώδη φροντίδα για την
αναπηρία τους. Κάθονται για λίγο, μέχρι οι κοινωνικές υπηρεσίες των νοσοκομείων
να αναζητήσουν –μάταια συνήθως– μια διεύθυνση για την έξοδό τους. «Αυτό είναι
ένα τεράστιο θεσμικό κενό», σημειώνουν. «Δεν υπάρχουν δομές επείγουσας
παρέμβασης για άστεγους με αναπηρία». Ο αριθμός τους δεν έχει αποτυπωθεί
επίσημα, αλλά εκτιμάται ότι μόνο στην Αθήνα είναι μερικές εκατοντάδες, ίσως
200, ίσως 300. «Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν πραγματικές ευκαιρίες να φανταστούν
μια άλλη καθημερινότητα», λένε από την Κλίμακα.
Η ιστορία του
Στίβεν
Ενας από αυτούς είναι και ο Στίβεν,
40 χρονών σήμερα, χορευτής, ο οποίος είναι οροθετικός και πάσχει από σκλήρυνση
κατά πλάκας. Βρίσκεται συνήθως στην πλατεία του Μοναστηρακίου και είναι
γνωστός, όπως μας λένε, σε όλες τις υπηρεσίες. Στο Μοναστηράκι δεν καταφέραμε
να τον εντοπίσουμε. Ίσως είχε μπει πάλι σε κάποιο νοσοκομείο. Ο Στίβεν
λαμβάνει κανονικά τα προνοιακά επιδόματα που δικαιούται, τα οποία όμως επαρκούν
μόνο για την κάλυψη βασικών αναγκών και όχι για ενοικίαση στέγης. Η παραμονή
του στον δρόμο, σε συνδυασμό με την αναπηρία του και την πλήρη έλλειψη
αυτονομίας, τον καθιστά ευάλωτο σε εκμετάλλευση. Για οποιαδήποτε ανάγκη του
–από την αγορά τροφίμων μέχρι τη φόρτιση του κινητού– εξαρτάται κάθε φορά από
τον εκάστοτε «φροντιστή» του δρόμου, κάποιον που θα τον βοηθήσει με αντάλλαγμα
ένα μικρό χρηματικό ποσό ή κάποιο προσωπικό του αντικείμενο. Η καθημερινότητά
του έτσι διαμορφώνεται από μια διαρκή εξάρτηση, χωρίς καμία εγγύηση αξιοπρεπούς
φροντίδας.
Η Ελευθερία Κουμαλάτσου,
Επιστημονικά Υπεύθυνη του Κέντρου Στήριξης Αστέγων Δίπυλον της Κλίμακας, έχει
γράψει για την υπόθεση του Στίβεν στην περιοδική έκδοση της οργάνωσης. Όπως
λέει, «η ζωή του τα τελευταία χρόνια είναι ένας φαύλος κύκλος ανάμεσα στον
δρόμο και τα επείγοντα. Όταν δεν κοιμάται σε κάποιο πεζοδρόμιο, είναι στο
νοσοκομείο. Όταν δεν είναι στο νοσοκομείο, ψάχνει μια άκρη στον δρόμο. Τον
έχουν στηρίξει κατά καιρούς άτυπες ομάδες πολιτών αλλά και στελέχη της ΕΛ.ΑΣ.
που βοήθησαν ενεργά στην εξασφάλιση στέγης και περίθαλψης. Η Ομάδα Παρέμβασης
στο Δρόμο της Κλίμακας τον ακολουθεί σταθερά τους τελευταίους μήνες, σε στενή
συνεργασία με κοινωνικές υπηρεσίες νοσοκομείων και αστυνομία, δημιουργώντας ένα
δίκτυο ελάχιστης συνέχειας στη φροντίδα του, παρά τις τεράστιες ελλείψεις του
συστήματος».
Όπως έχει περιγράψει ο ίδιος, η
διάγνωση που άλλαξε τη ζωή του ήρθε απροσδόκητα: κατάλαβε ότι είναι οροθετικός
όταν άρχισε να πονάει το πόδι του, περίπου πριν από οκτώ χρόνια. Σιγά σιγά, η
κινητικότητά του επιδεινώθηκε και σήμερα μετακινείται μόνο με αμαξίδιο. Ο ίδιος
έχει πει πως ο σύντροφός του δεν του είχε αποκαλύψει ότι ήταν φορέας του ιού
του AIDS. Στη συνέχεια, ο Στίβεν απομακρύνθηκε και από το φιλικό του
περιβάλλον. Βρισκόταν τότε στη Θεσσαλονίκη, σε μια περίοδο που όλοι γύρω του
άρχισαν να κάνουν οικογένειες. «Φοβόμουν μην τους μεταδώσω την ασθένεια»,
εξομολογείται. Ο σύντροφός του τον εγκατέλειψε, κι έτσι, σταδιακά, βρέθηκε
εντελώς μόνος, στον δρόμο.
Για την Ελευθερία Κουμαλάτσου, «η
αντιμετώπιση της αστεγίας απαιτεί συντονισμό, εξατομικευμένη φροντίδα και
πολιτικές που μειώνουν τις ανισότητες. Διαφορετικά, θα συνεχίσουμε να βλέπουμε
ανθρώπους να επιστρέφουν ξανά και ξανά στον δρόμο». Και προσθέτει: «Η θέση της
Κλίμακας στα 25 χρόνια λειτουργίας της είναι ξεκάθαρη: όσο υπάρχουν κοινωνικές
ανισότητες, πλούσιοι και φτωχοί, θα υπάρχουν άνθρωποι που θα καταλήγουν να ζουν
στον δρόμο. Η αστεγία δεν είναι ατομική αποτυχία, είναι αποτέλεσμα ενός
συστήματος που δεν καταφέρνει να προστατεύσει έγκαιρα και ουσιαστικά τους πιο
ευάλωτους. Σήμερα το σύστημα αδυνατεί να ανταποκριθεί εξατομικευμένα στις
ανάγκες των αστέγων. Οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι: άλλοι έχουν σοβαρά ψυχιατρικά
προβλήματα, άλλοι αναπηρίες, άλλοι παθολογικά νοσήματα ή πολλαπλές
ευαλωτότητες. Όταν οι πολιτικές και οι δομές λειτουργούν με γενικούς κανόνες
και όχι με βάση τον άνθρωπο, τότε οι πιο ευάλωτοι μένουν εκτός», λέει.
Οι δομές και
οι ευθύνες του δήμου Αθηναίων
Στους δρόμους της πόλης, οι ανάγκες
πολλαπλασιάζονται καθημερινά και η ευθύνη της ανταπόκρισης βαραίνει σε μεγάλο
βαθμό τον δήμο. Από την πρώτη επαφή με τους άστεγους μέχρι την ένταξή τους σε
υπηρεσίες, η τοπική αυτοδιοίκηση καλείται να λειτουργήσει άμεσα, πρακτικά και
με συνέπεια.
Η Ασήμω Φούντζουλα,
αντιδήμαρχος Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Δήμου Αθηναίων, μας λέει ότι τον
Οκτώβριο πραγματοποιήθηκε, σε συνεργασία με το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, μια νέα
καταγραφή αστέγων στην πόλη. Αν και δεν υπάρχουν ακόμη επίσημα αποτελέσματα, ο
αριθμός τους εκτιμάται περίπου στα 1.000 άτομα. «Η κοινωνία των αστέγων
αντικατοπτρίζει τη γενική κοινωνία: Έλληνες και αλλοδαποί, χρήστες και μη
χρήστες, νεόπτωχοι, άνθρωποι με ψυχικά νοσήματα, άνθρωποι που πετάχτηκαν έξω
από το σπίτι τους και δεν έχουν πού να μείνουν», αναφέρει.
Πρόσθεσε ότι ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι ζουν πλέον
σε αυτοκίνητα, σε παραπήγματα ή ακατοίκητα κτίρια: «Αυτοί είναι κυρίως Έλληνες
που δεν μπορούν να πληρώσουν το ενοίκιο». Όπως εξήγησε, η ομάδα του Streetwork,
με 25 άτομα, κινείται καθημερινά στους δρόμους, με αυτοκίνητα ή πεζή,
προσφέροντας τρόφιμα, φάρμακα και φροντίδα σε όσους έχουν ανάγκη. Βάσει των πιο
πρόσφατων στοιχείων του δήμου Αθηναίων, η διεπιστημονική ομάδα Streetwork του
ΚΥΑΔΑ εξυπηρετεί αυτή τη στιγμή περίπου 1.400 άτομα που ζουν σε συνθήκες
επισφάλειας. Λιγότεροι από τους μισούς είναι «rough sleepers», δηλαδή άστεγοι
που κοιμούνται κυριολεκτικά στον δρόμο ή σε ακατάλληλους χώρους. Οι υπόλοιποι
διαμένουν προσωρινά σε ακατάλληλες κατοικίες ή φιλοξενούνται από συγγενείς και
φίλους. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει δημοσιοποιήσει ο δήμος, το πρώτο
εννιάμηνο του 2025 πραγματοποιήθηκαν 4.353 παρεμβάσεις και προσφέρθηκαν σχεδόν
8.650 υπηρεσίες, από άμεση φροντίδα μέχρι ένταξη σε στεγαστικά προγράμματα.
Κατά την ίδια περίοδο, 48 άτομα εντάχθηκαν σε στεγαστικές
δομές του δήμου και περισσότερα από 330 παραπέμφθηκαν σε αντίστοιχες δομές
άλλων φορέων. Καθώς τα στοιχεία του δήμου Αθηναίων δείχνουν ότι οι υπηρεσίες
του βρίσκονται σε εγρήγορση, ρωτάμε την αρμόδια αντιδήμαρχο γιατί οι άστεγοι
στην πόλη συνεχίζουν να είναι τόσο πολλοί. Μας απαντάει ότι «το να πάρεις έναν
άνθρωπο από τον δρόμο δεν είναι μια απλή υπόθεση. Χρειάζεται εισαγγελική
παραγγελία και η συνδρομή της αστυνομίας για να οδηγηθεί κάποιος σε κάποια δομή
φιλοξενίας». Και προσθέτει πως, παρότι ο δήμος Αθηναίων διαθέτει σήμερα το
Πολυδύναμο Κέντρο Αστέγων που φιλοξενεί περίπου 190 ανθρώπους, οι ανάγκες
παραμένουν τεράστιες: «Δεν αρκεί μόνο η δική μας προσπάθεια. Χρειάζεται ένα
ολοκληρωμένο σύστημα υποστήριξης».
Μας λέει πως καμία δημοτική δομή δεν μπορεί να
ανταποκριθεί αποτελεσματικά χωρίς συνεργασία: «Ο δήμος πρέπει να έχει μία πολύ
καλή συνεργασία με το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και το υπουργείο Υγείας.
Μόνος του δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα των αστέγων που ζουν στους δρόμους,
γιατί οι περισσότεροι έχουν προβλήματα υγείας». Στην πράξη, αυτή η συνεργασία
συχνά δοκιμάζεται, όπως λέει. «Έχουμε προβλήματα με τα νοσοκομεία. Δεν τους
δέχονται. Στέλνεις έναν άνθρωπο με ασθενοφόρο και σ’ τον επιστρέφουν πίσω.
Στο τελευταίο κύμα μεγάλου ψύχους, είχαμε έναν κύριο με πυρετό, λόγω γρίπης
τύπου Α. Τον στείλαμε στο νοσοκομείο αλλά δεν τον δέχτηκαν, τον έστειλαν ξανά
στον θάλαμο αστέγων. Ξαναπήραμε τηλέφωνο, αστράψαμε, βροντήξαμε, και τότε ήρθαν
και τον πήραν για να τον νοσηλεύσουν», περιγράφει.
Κεντρικό ρόλο στο δίκτυο υποστήριξης έχει το Πολυδύναμο Κέντρο Αστέγων στην πλατεία Βάθη, όπου λειτουργούν ένα Ανοικτό
Κέντρο Ημέρας, υπνωτήριο και δύο ξενώνες. Εκεί φιλοξενούνται καθημερινά 200
άτομα για διάστημα έως 12 μηνών, ακολουθώντας ατομικό σχέδιο επανένταξης, ενώ
πάνω από 150 άτομα εξυπηρετούνται καθημερινά στο κέντρο ημέρας για γεύμα,
μπάνιο και υποστήριξη. Το Πολυδύναμο Κέντρο Αστέγων δημιουργήθηκε επί δημαρχίας
Μπακογιάννη, το 2020, ως μια συγκροτημένη προσπάθεια να οργανωθεί πιο
συστηματικά η φροντίδα και η φιλοξενία των αστέγων στην Αθήνα. Συνδυάζοντας
υπνωτήριο, ξενώνες και κέντρο ημέρας στον ίδιο χώρο, σχεδιάστηκε για να καλύψει
το κενό μίας ενιαίας αντιμετώπισης, παρέχοντας στοχευμένες υπηρεσίες για
ανθρώπους σε συνθήκες ακραίας φτώχειας. Την ίδια χρονιά, λειτούργησε και μια
εξειδικευμένη Δομή Φιλοξενίας για άστεγους χρήστες ψυχοδραστικών ουσιών, σε
συνεργασία με τον ΟΚΑΝΑ και το ΚΕΘΕΑ. Η δομή αυτή μπορεί να φιλοξενήσει έως και
70 άτομα και προσφέρει υποστηρικτικές υπηρεσίες, με στόχο τη σταθεροποίηση και
την προώθησή τους σε θεραπευτικά προγράμματα.
Τον περασμένο Μάρτιο το Πολυδύναμο Κέντρο Αστέγων βρέθηκε
στο προσκήνιο της δημοσιότητας για τους λάθους λόγους. Εντοπίστηκαν προβλήματα
στη διαχείριση, τη συντήρηση, την υγιεινή και την επάρκεια στη στελέχωση των
υπηρεσιών του έπειτα από αυτοψία του Συνηγόρου του Πολίτη. Ο ανεξάρτητος
θεσμός, με επιστολή του προς τον δήμο, εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για τις
συνθήκες διαβίωσης των αστέγων στη δομή, ζητώντας ακόμη και τη σφράγισή της για
απολύμανση, επισκευές και επανεκκίνηση της λειτουργίας της. Το κλιμάκιο του
Συνηγόρου κατέγραψε σοβαρά προβλήματα στις συνθήκες υγιεινής και
ασφάλειας: κοριοί, τρωκτικά, ανεπαρκής καθαριότητα, ελλείψεις προσωπικού και
δυσκολίες στην προσβασιμότητα.
Ο δήμος, απαντώντας, αναγνώρισε ορισμένες δυσλειτουργίες,
εξήγησε ότι εφαρμόζονται πρωτόκολλα καθαρισμού και απεντόμωσης, ενώ σημείωσε
πως ορισμένα προβλήματα επανεμφανίζονται λόγω εξωτερικών παραγόντων και
παλαιότητας του κτιρίου. Τόνισε επίσης ότι η δομή λειτουργεί βάσει νομοθεσίας,
διαθέτει επαρκές ιατρικό και ψυχοκοινωνικό προσωπικό, ενώ προχωρά σε διαγωνισμό
για επιπλέον υπηρεσίες καθαριότητας. Σχετικά με την εξέλιξη της υπόθεσης, η
αντιδήμαρχος Κοινωνικής Αλληλεγγύης σημειώνει ότι στο Πολυδύναμο Κέντρο Αστέγων
εφαρμόζονται συγκεκριμένα πρωτόκολλα, τα οποία, όπως διαβεβαιώνει, γίνεται
προσπάθεια να τηρούνται αυστηρά. «Πρόκειται για Κέντρο Αστέγων και όχι για δομή
παιδιών. Έχουμε να διαχειριστούμε ενήλικες ανθρώπους, με πολύ σύνθετες
συμπεριφορές», λέει.
Όπως εξηγεί, στην καθημερινή λειτουργία της δομής
προκύπτουν δυσκολίες που δεν σχετίζονται μόνο με τις υποδομές: «Υπάρχουν
περιπτώσεις ανθρώπων που δεν πλένονται, που δεν πετούν τα σκουπίδια τους, που
φέρνουν σακούλες από τον δρόμο και τις βάζουν μέσα στους θαλάμους. Αυτά τα
φαινόμενα τα έχουμε αντιμετωπίσει και συνεχίζουμε να τα αντιμετωπίζουμε. Από
εκεί ξεκινούν πολλά προβλήματα». Ζητήματα, όπως λέει, για τη λειτουργία του
Κέντρου, δημιουργούνται και από την έλλειψη προσωπικού: «Στο Πολυδύναμο δεν υπάρχει
μόνιμο προσωπικό. Όλοι εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης
έργου, ετήσιες, δεκάμηνες, που εναλλάσσονται. Αυτό δεν θα έπρεπε να συμβαίνει
σε τέτοιες δομές», τονίζει. Όπως εξηγεί, το καθεστώς αυτό δυσκολεύει σοβαρά τον
προγραμματισμό και τον κεντρικό σχεδιασμό του δήμου για τη στελέχωση του
Πολυδύναμου Κέντρου Αστέγων.
Το πρόγραμμα
«Στέγαση και Εργασία» για τους άστεγους
Μία πολιτική που, σύμφωνα με
αρκετούς από τους ανθρώπους με τους οποίους μιλήσαμε, έχει ουσιαστική σημασία,
είναι το πρόγραμμα «Στέγαση και Εργασία», το οποίο απευθύνεται αποκλειστικά
στην κοινωνική ομάδα των αστέγων. Η φιλοσοφία του βασίζεται στο μοντέλο housing
first/led, όπου η εξασφάλιση κατοικίας αποτελεί το πρώτο και θεμελιώδες βήμα,
πλαισιωμένο από ψυχοκοινωνική στήριξη και εργασιακή ένταξη.
Το πρόγραμμα στοχεύει στην άμεση
μετάβαση των αστέγων σε αυτόνομη διαβίωση, παρέχοντας υπηρεσίες στέγασης,
ψυχοκοινωνικής στήριξης, εργασιακής επανένταξης και διασύνδεσης με τις
υπάρχουσες πολιτικές επιδοματικής στήριξης. Προβλέπει επιδότηση ενοικίου για 24
μήνες, κάλυψη δαπανών οικοσκευής, ΔΕΚΟ, λειτουργικών αναγκών και επισκευών
φθορών, καθώς και επιδότηση εργασίας για 12 μήνες.
Το πρόγραμμα υλοποιήθηκε αρχικά το
2014 υπό τον τίτλο «Στέγαση και Επανένταξη», και ακολούθως το 2018. Από το
2020, έχει θεσμοθετηθεί ως μόνιμη δημόσια πολιτική καταπολέμησης της έλλειψης
στέγης, με πρόβλεψη για εφαρμογή ανά διετία από πόρους του κρατικού
προϋπολογισμού. Το πρόγραμμα προκηρύσσεται κάθε δύο χρόνια από το υπουργείο
Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και υλοποιείται από 43 δήμους της χώρας, ενώ
διαχειριστική Αρχή είναι ο ΟΠΕΚΑ.
Πανελλαδικά, πραγματοποιείται μέσω
41 συμπράξεων, στις οποίες συμμετέχουν συνολικά 89 δήμοι, 3 Κέντρα Κοινωνικής
Πρόνοιας και ο Εθνικός Οργανισμός Πρόληψης και Αντιμετώπισης των Εξαρτήσεων, σε
συνεργασία με Αναπτυξιακές Εταιρείες ΟΤΑ και πιστοποιημένα ΝΠΙΔ παροχής
κοινωνικών υπηρεσιών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής
και Οικογένειας που δόθηκαν στη LiFO, το πρόγραμμα έχει εγκριθεί για 853
νοικοκυριά, τα οποία αντιστοιχούν σε 1.855 ωφελούμενους σε όλη τη χώρα. Από
αυτούς, έχουν ήδη στεγαστεί 547 νοικοκυριά και 1.044 ωφελούμενοι, δηλαδή
περίπου δύο στα τρία εγκεκριμένα νοικοκυριά έχουν εξασφαλίσει κατοικία.
Από τους ήδη στεγασμένους, οι 186 είναι παιδιά (0-17
ετών), στοιχείο που, σύμφωνα με το υπουργείο, καταδεικνύει ότι η παρέμβαση
αφορά σε σημαντικό βαθμό οικογένειες με ανήλικα μέλη. Στο πρόγραμμα έχουν
ενταχθεί επίσης 91 άτομα, τα οποία, κατά την καταγραφή τους από τις κοινωνικές
υπηρεσίες, διέμεναν κυριολεκτικά στον δρόμο. Όπως σημειώνεται, «η ένταξή τους
προϋπέθετε συστηματική εργασία πεδίου από κοινωνικούς λειτουργούς, για τον
εντοπισμό, την οικοδόμηση σχέσης εμπιστοσύνης και τη σταδιακή αποδοχή της προοπτικής
στέγασης». Σύμφωνα με το υπουργείο, τα δεδομένα δείχνουν ότι το πρόγραμμα
λειτουργεί προληπτικά, προτού η αστεγία οδηγήσει σε διαβίωση στον δρόμο.
Συγκεκριμένα, το 37,83% των νοικοκυριών, πριν από την ένταξη, διέμενε σε
ακατάλληλα καταλύματα, το 20,22% ήταν υπό έξωση, ενώ το 12,23% φιλοξενούνταν
προσωρινά από ανάγκη. Αυτό σημαίνει ότι η παρέμβαση ανακόπτει τη διολίσθηση
προς την ακραία αστεγία.
Η αστεγία, όπως αποτυπώνεται στα στοιχεία του
προγράμματος, συνδέεται με σύνθετες μορφές κοινωνικής ευαλωτότητας: στο 23,34%
των νοικοκυριών υπάρχει μέλος ΑμεΑ ή χρονίως πάσχον, στο 10,36% μέλος που είναι
θύμα βίας ή εμπορίας, στο 9,36% Ρομά, στο 6,74% μετανάστες ή πρόσφυγες και στο
4,53% άτομα σε απεξάρτηση. Στη διεπιστημονική ομάδα συμμετέχει, όπου
προβλέπεται, και υποστηρικτής ομοτίμων (peer supporter), δηλαδή άτομο που έχει
υπάρξει ωφελούμενος σε προηγούμενο κύκλο του προγράμματος και αξιοποιεί τη βιωμένη
εμπειρία του για την προσέγγιση και ενδυνάμωση των αστέγων.
Για τον δήμο Αθηναίων, το συγκεκριμένο
πρόγραμμα υλοποιείται από την Εταιρεία Ανάπτυξης & Τουριστικής Προβολής
Αθηνών, που είναι φορέας του κεντρικού δήμου. Η κριτική που έχει ασκηθεί στον
δήμο είναι ότι τρέχει το πρόγραμμα με αργούς ρυθμούς. Τον περασμένο Οκτώβριο, η Δόμνα Μιχαηλίδου, υπουργός Κοινωνικής
Συνοχής και Οικογένειας, ανέφερε ότι ο δήμος Αθηναίων δεν κατάφερε να
ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο του προγράμματος «Στέγαση και
Εργασία» και «έμεινε πίσω» σε σχέση με τον δήμο Θεσσαλονίκης. Ο δήμος ισχυρίστηκε
ότι η σύγκριση δεν είναι ακριβής, καθώς στη Θεσσαλονίκη χρηματοδοτείται η
αξιοποίηση δημόσιων ακινήτων, ενώ στην Αθήνα, το υπουργείο περιορίζει τη
χρηματοδότηση μόνο σε ιδιωτικά ακίνητα. Υποστήριξε επίσης ότι ο δήμος έχει
καταθέσει πολλαπλά αιτήματα προς το υπουργείο για επέκταση της δυνατότητας
στέγασης και σε δημοτικά κτίρια ή ακίνητα ΝΠΙΔ, ιδρυμάτων και κοινωφελών
οργανισμών, τα οποία απορρίφθηκαν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε ο δήμος
Αθηναίων, μέχρι τον Οκτώβριο του 2025, είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα 15 ακίνητα,
είχαν υπογραφεί όλα τα συμφωνητικά με τους ιδιοκτήτες, εννέα από αυτά είχαν
ολοκληρώσει τις εργασίες ανακαίνισης και κρίθηκαν έτοιμα προς διάθεση. Είχαν
πραγματοποιηθεί 30 αυτοψίες και πληρωμές άνω των 100.000 ευρώ για προκαταβολές
και εργασίες. Ο δήμος υποστήριξε ότι εφαρμόστηκε και επικοινωνιακή καμπάνια για
την προσέλκυση ιδιοκτητών, χωρίς όμως σημαντική ανταπόκριση, αποδίδοντας τις
καθυστερήσεις στο περιοριστικό πλαίσιο που έχει τεθεί από το υπουργείο.
Οι ανάγκες όμως της αστεγίας στην Αθήνα είναι
μεγάλες και επείγουσες. Για πολλούς, καθημερινά πράγματα που θεωρούνται
αυτονόητα δεν είναι δεδομένα. Ο Ματθαίος είναι ένας από αυτούς. Δεν
τον απασχόλησε αν θα δημοσιευτεί το όνομά του. Δεν θέλησε, όμως, να μας πει πώς
βρέθηκε στον δρόμο. Πρώην ναυτικός, 50 ετών σήμερα, είναι άστεγος εδώ και
δεκαπέντε χρόνια. «Οι αποφάσεις που παίρνει ένας άνθρωπος στη ζωή του τον
φέρνουν σε κάποιες καταστάσεις. Αυτές που πήρα εγώ δεν ήταν οι σωστές και βρίσκομαι
τώρα σ’ αυτήν την κατάσταση», λέει. Δέκα χρόνια έζησε στον δρόμο· τα τελευταία
πέντε έχει εγκατασταθεί και έχει νοικοκυρέψει ένα παλιό παράπηγμα, στο οποίο,
πριν από αυτόν, έμενε ένας άλλος άστεγος που έφυγε από τη ζωή. «Έχω ενημερώσει
τις αρχές ότι θα το τακτοποιήσω για να μείνω», προσθέτει. «Έχω τα ρούχα μου, τα
πράγματά μου. Όταν κοιμάσαι στον δρόμο, σε κλέβουν. Κι ας ξέρουν ότι δεν έχεις
κάτι αξίας. Κι όμως, αυτό που έχεις, θα σ’ το πάρουν».
Για έξι χρόνια κοιμόταν σε παγκάκι, στην ίδια πλατεία
όπου σήμερα διανυκτερεύει στο αυτοκίνητό του ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Τους
φροντίζει όσο μπορεί. Όπως λέει, ο δήμος προσφέρει τα βασικά: φαγητό, ιατρική
βοήθεια, ρούχα και κουβέρτες. Δεν αναζητά πια δουλειά και είναι χρήστης. Στο
δικό του αφήγημα, η αστεγία είναι μια μακρά και σκληρή εμπειρία επιβίωσης,
μοναξιάς και αποδοχής, μέσα στην οποία, όπως λέει, οι άνθρωποι γίνονται κι
αυτοί σκληροί.
Από το πρώτο συσσίτιο και τα ξενοδοχεία Κάπρι και Ορφέας, που παραχωρούσε ο δήμος Αθηναίων για τη φιλοξενία αστέγων στα τέλη της δεκαετίας του ’90, η εικόνα έχει αλλάξει αρκετά. Σήμερα, στις γειτονιές της Αθήνας, κοιμούνται άνθρωποι μέσα σε αυτοκίνητα, έπειτα από .....εξώσεις ή χρόνιες αδυναμίες καταβολής ενοικίου. Παράλληλα, αναδύεται η νέα γενιά των working homeless: άνθρωποι που έχουν εργασία, αλλά όχι σπίτι. Δίπλα τους, μια άλλη σιωπηλή πλειονότητα: άνθρωποι με αναπηρία που περνούν τις νύχτες στα πεζοδρόμια, σχεδόν αποκλεισμένοι από τις υπάρχουσες δομές, και ηλικιωμένοι που αυξάνονται δραματικά στους δρόμους της πόλης.
Η τελευταία αποτύπωση του πληθυσμού των αστέγων στον δήμο
Αθηναίων έγινε το 2018 από το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη
νέα έρευνα, σε ένα πεδίο που θυμίζει κινούμενη άμμο. Ο αριθμός μεταβάλλεται,
όπως και το προφίλ των αστέγων, που μοιραία συνδέεται με την εκάστοτε
κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα. Μένει να φανεί αν η νέα απογραφή θα
καταφέρει να αποτυπώσει αυτές τις πολλές και διαφορετικές παράλληλες
πραγματικότητες που κρύβονται στους δρόμους και στα στενά της πόλης. Γιατί η αστεγία
στην Αθήνα δεν έχει ένα πρόσωπο. Έχει πολλά.
Ο Γ. κάποτε δίδασκε πιάνο σε ωδεία· σήμερα στηρίζεται
στις δομές της ΜΚΟ Κλίμακα και πλέον διδάσκει μουσική σε παιδιά με αναπηρία,
χωρίς αμοιβή. Η Δ. φυσικοθεραπεύτρια ογκολογική ασθενής, κοιμάται σε πλατείες
και δουλεύει τετράωρα για να συγκεντρώσει τα χρήματα που θα της επιτρέψουν να
νοικιάσει ένα σπίτι. Ελπίζει πως όταν θα μπορέσει να κοιμηθεί κάτω από μια
στέγη, θα έχει και τις δυνάμεις για να δουλέψει οκτάωρο.
Στον δρόμο, η αλήθεια είναι θολή. Όπως και οι άνθρωποι που
την κουβαλούν. Ισως η μνήμη να παραμορφώνεται. Ίσως και η ταυτότητα κάποιες
φορές να επινοείται.
Ο Ματθαίος, χρήστης, επισκεύασε ένα πρόχειρο κατάλυμα σε
δημοτικό οικόπεδο για να βρει ένα ελάχιστο καταφύγιο από τον δρόμο. Η Ε., 81
ετών, που κάποτε ζούσε άνετα στα βόρεια προάστια, είδε τη ζωή της να
ανατρέπεται και πλέον φιλοξενείται στο Υπνωτήριο Αστέγων των Γιατρών του
Κόσμου. Όπως και η Ν., πρώην φροντίστρια ηλικιωμένων, που μετακόμισε στην Αθήνα
για μια δουλειά που τελικά δεν προχώρησε.
Ο Στίβεν είναι ανάπηρος, οροθετικός και ζει ανάμεσα στο
πεζοδρόμιο και τα επείγοντα των νοσοκομείων. Ο Μ. και η Α. μένουν σε
αυτοκίνητα εδώ και μήνες, περιμένοντας να βγει η σύνταξή τους. Υπάρχουν και
άλλοι που δεν φαίνονται πουθενά. Εργάζονται, αλλά τα χρήματα δεν αρκούν για το
ενοίκιο. Μένουν ευκαιριακά σε φίλους και γνωστούς, μέχρι τελικά να βρεθούν στον
δρόμο, αναζητώντας αργά ή γρήγορα στέγη σε μια δομή.Και υπάρχουν κι εκείνοι που
δεν γίνονται δεκτοί σε δομές, επειδή δεν είναι «αυτοεξυπηρετούμενοι», όπως
προβλέπει η νομοθεσία, αναδεικνύοντας έτσι τη μεγάλη γκρίζα ζώνη που
αφήνουν πίσω τους τα κριτήρια προστασίας.
Παρότι για χρόνια το θέμα των αστέγων
αντιμετωπιζόταν αποσπασματικά, με ελάχιστες δημόσιες δομές και χωρίς σαφές
θεσμικό πλαίσιο, κάποιες οργανώσεις μπήκαν από νωρίς στην πρώτη γραμμή. Ήδη από
τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Κλίμακα,
οι Γιατροί του Κόσμου Ελλάδας και άλλες
μικρότερες πρωτοβουλίες παρείχαν υποστήριξη σε ανθρώπους που ζούσαν στον δρόμο,
προσπαθώντας να καλύψουν κενά εκεί όπου το κράτος αδυνατούσε ή
αδιαφορούσε.
Ο δήμος Αθηναίων συγκρότησε τότε έναν πρώτο θεσμικό
βραχίονα κοινωνικής φροντίδας: ένα Κέντρο Υποδοχής Αστέγων, το οποίο, αν και
θεσμοθετήθηκε το 1998, ξεκίνησε να λειτουργεί το 2005. Στην πορεία,
μετεξελίχθηκε στο σημερινό Κέντρο Υποδοχής και Αλληλεγγύης του Δήμου Αθηναίων
(ΚΥΑΔΑ), που αποτελεί τον βασικό φορέα για την υλοποίηση προγραμμάτων
κοινωνικής προστασίας, σίτισης και προσωρινής στέγασης στον κεντρικό δήμο.
Σταδιακά, με πολλές ασυνέχειες, στη δίνη της
οικονομικής κρίσης και κατά τη διάρκεια της δημαρχίας του Γιώργου Καμίνη, το ΚΥΑΔΑ διεύρυνε τη
δράση του: δημιουργήθηκαν συνεργασίες με ΜΚΟ, φορείς αλληλεγγύης και ιδρύματα·
προχώρησαν προγράμματα ένταξης και φιλοξενίας μικρής κλίμακας· ενισχύθηκε
το Κέντρο Σίτισης και αυξήθηκαν τα συσσίτια σε καθημερινή βάση.
Το 2020, ο δήμος προχώρησε στη σύσταση του Πολυδύναμου
Κέντρου Αστέγων, συγκεντρώνοντας για πρώτη φορά σε έναν χώρο διαφορετικές
υπηρεσίες: υπνωτήριο, ξενώνα, κέντρο ημέρας. Ήταν μια απόπειρα συστηματοποίησης
της φιλοξενίας και της υποστήριξης, με στόχο τη σταθερότητα και την ορατότητα.
Από το 2020 θεσμοθετείται για πρώτη φορά ως μόνιμη δημόσια πολιτική
καταπολέμησης της έλλειψης στέγης το πρόγραμμα «Στέγαση και Εργασία», το οποίο
παρέχει υπηρεσίες επιδότησης ενοικίου και κάλυψης βασικών αναγκών για περίοδο
δύο ετών και επιδότηση εργασίας για έναν χρόνο.
Ας δούμε όμως, πέρα από τα στοιχεία, ποιοι είναι
πραγματικά οι άστεγοι στην Αθήνα. Μέσα από τη δική τους ματιά, αλλά και μέσα
από τις εμπειρίες εκείνων που βρίσκονται καθημερινά δίπλα τους, προσπαθώντας να
καλύψουν τις ανάγκες τους σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα. Αλλά ας
παρακολουθήσουμε και τι έχει συμβεί, και τι δεν έγινε μέσα σε είκοσι χρόνια
παρεμβάσεων, πολιτικών και απόπειρας φροντίδας: από τη σίτιση και τη φιλοξενία,
την ψυχοκοινωνική στήριξη, την εργασιακή επανένταξη και τη στεγαστική αποκατάσταση.
Από το ωδείο
στο πεζοδρόμιο
Ο Γ. είναι μουσικός και σήμερα
στηρίζεται από τη ΜΚΟ Κλίμακα. Συμφώνησε να αφηγηθεί την ιστορία του με μία
προϋπόθεση: να γράψουμε και για τη βοήθεια που του έχει προσφέρει εδώ και μία
πενταετία τουλάχιστον ο ψυχίατρος και επιστημονικός υπεύθυνος της οργάνωσης, Κυριάκος
Κατσαδώρος – βοήθεια που έχει προσφέρει όχι μόνο στον ίδιο, αλλά και
σε εκατοντάδες άλλους ανθρώπους που βρέθηκαν στο περιθώριο. Πώς βρέθηκε όμως ο
ίδιος σ' αυτή τη θέση; «Ούτε κι εγώ το κατάλαβα. Μια μέρα ξημέρωσα στη
Σωκράτους, εκεί που ζούσαν οι άστεγοι. Δεν ξέρω πώς έφτασα ως εκεί», λέει.
Για χρόνια η ζωή του ήταν, όπως την
περιγράφει, «πολύ καλή». Είχε οικογένεια, ωραίο σπίτι, οικονομική άνεση και
αργότερα δικό του ωδείο στη Ρόδο. Κάποια στιγμή, όμως, όλα άρχισαν να
καταρρέουν σχεδόν ταυτόχρονα. Η ζωή του άλλαξε μέσα από τρεις διαδοχικές
απώλειες. Πρώτα η μητέρα του, την οποία, όπως λέει, βρήκαν νεκρή στο σπίτι της,
δεμένη και φιμωμένη. Έπειτα η κόρη του, 32 χρονών, γιατρός αναισθησιολόγος που
σκοτώθηκε σε τροχαίο λίγες μέρες μετά την κηδεία της μητέρας του. Και τέλος η
σύζυγός του, που πέθανε μόλις δέκα ημέρες αφότου μετακόμισαν μαζί στο
ανακαινισμένο πατρογονικό της σπίτι, σε ένα ορεινό χωριό της επαρχίας, όπου
είχαν αποφασίσει να αποσυρθούν μετά τον θάνατο της κόρης τους.
Σήμερα κάνει μαθήματα πιάνου σε
παιδιά με αναπηρίες, πηγαίνοντας στα σπίτια τους, χωρίς αμοιβή. «Δεν το βρίσκω
σπουδαίο. Το βρίσκω ανθρώπινο. Και δεν είναι κάτι που άρχισα να κάνω τώρα,
έπειτα από όλα αυτά. Το έκανα και όταν ήμουν καλά», λέει. Ο ίδιος ισχυρίζεται
ότι έχει θητεύσει σε διευθυντικές θέσεις κορυφαίων μουσικών ιδρυμάτων της
χώρας. Το όνομα που μας έδωσε, ωστόσο, δεν εμφανίζεται σε κανένα δημόσιο μητρώο
ή κατάλογο. Αυτό όμως δεν σημαίνει και πολλά. Στον δρόμο, η αλήθεια είναι θολή.
Όπως και οι άνθρωποι που την κουβαλούν. Ισως η μνήμη να παραμορφώνεται. Ίσως
και η ταυτότητα κάποιες φορές να επινοείται.
Οταν η κοιλιά
προηγείται της ψυχής
«Αυτό που χάνεις αργά και σταθερά
είναι τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς σου», μας λέει ο Νικήτας
Κανάκης, πρόεδρος των Γιατρών του Κόσμου Ελλάδας. «Όπως έγραφε και ο Όργουελ,
στο εμβληματικό του βιβλίο όπου αποτύπωσε την προσωπική του εμπειρία αστεγίας
στους δρόμους του Παρισιού και του Λονδίνου, η κοιλιά προηγείται της ψυχής».
Γίνεσαι σκληρός για να βγάλεις τη μέρα, όπως μας λέει. Προτεραιότητα έχει η
κάλυψη των βασικών αναγκών: «Να προλάβεις να στηθείς στο συσσίτιο για να φας
καλύτερα. Να βρεις κάπου να ζεσταθείς. Να βρεις μια γωνιά στην πόλη όπου θα
είσαι ασφαλής, χωρίς να κινδυνεύεις».
Ο ωμός ρεαλισμός της επιβίωσης που περιγράφει ο Νικήτας
Κανάκης, με την καθημερινή μάχη για ένα πιάτο φαγητό, ένα ασφαλές σημείο για
ύπνο ή λίγη ζέστη, είναι για κάποιους μια αλήθεια που δεν τελειώνει με το
ξημέρωμα. Μια από αυτούς είναι και η Μ., 62 ετών, ογκολογική ασθενής,
που τα τελευταία 3,5 χρόνια ζει στον δρόμο και υποστηρίζεται από τη ΜΚΟ
Κλίμακα.
«Είχα κάποιο σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα, το οποίο δεν
μπόρεσα να το διαχειριστώ και τα διέλυσα όλα», μας λέει. Δεν θέλει να μπει σε
λεπτομέρειες. Παλιά νοίκιαζε σπίτι, εργαζόταν ως φυσικοθεραπεύτρια σε αθλητικές
ομάδες και, όπως λέει, «είχα μια κανονική ζωή, όπως κάθε άνθρωπος». Από το
επάγγελμά της είχε απομακρυνθεί πέντε χρόνια προτού μπει στην αστεγία και
θεωρεί πια δύσκολη την επιστροφή.
Το περασμένο καλοκαίρι εργάστηκε ως λαντζιέρα, τετράωρο,
δοκιμαστικά σε μία επιχείρηση στην Ανατολική Αττικη. Εκείνη την περίοδο
κοιμόταν στο αεροδρόμιο, μέχρι που την έδιωξαν. «Αν δεν κοιμάσαι, δεν μπορείς
να δουλέψεις. Η λάντζα έχει καλά λεφτά, αλλά πρέπει να κοιμάσαι κανονικά, και
έξω δεν κοιμάσαι. Είσαι όλο σε εγρήγορση. Σε κλέβουνε. Μόλις κοιμηθείς, θα σου
πάρουν το τηλέφωνο ή ακόμα και την ταυτότητα και ό,τι άλλο ενδιαφέρον βρουν».
Γι’ αυτό και φροντίζει να κοιμάται σε μέρη όπου υπάρχει αστυνομία, όπως στο
Σύνταγμα ή σε σημεία όπου υπάρχουν κάμερες.
Τώρα αναζητά ένα τετράωρο για διανομή φυλλαδίων, ώστε να
συγκεντρώσει τα πρώτα χρήματα που θα της επιτρέψουν να νοικιάσει ένα σπίτι.
«Για να μπορέσω να κοιμάμαι και να δουλέψω κανονικά στη λάντζα», λέει. «Ό,τι
μάζεψα το καλοκαίρι δεν έφτανε, γιατί δεν έβρισκα τίποτα κάτω από 500
ευρώ».
Η Κλίμακα τη στηρίζει με τρόφιμα, φάρμακα, ιατρική
περίθαλψη και φροντίζει για τη διεκπεραίωση των γραφειοκρατικών της
εκκρεμοτήτων. Αν και εντάχθηκε στο πρόγραμμα «Στέγαση και Εργασία», δεν
κατάφερε τελικά να ωφεληθεί, γιατί, όπως ισχυρίζεται, την ενημέρωσαν αργά οι
υπηρεσίες του δήμου και έχασε τις προθεσμίες ώστε να προχωρήσει.
Αγχωμένη να φροντίσει για την καθημερινή επιβίωση και
η Μ., 52 χρονών, που η δουλειά της ήταν η φροντίδα ηλικιωμένων. Τη
συναντήσαμε στο υπνωτήριο των Γιατρών του Κόσμου ένα μεσημέρι – βιαζόταν
να προλάβει ένα συσσίτιο που είχε στηθεί από μία οργάνωση στην Πατησίων για να
μη χάσει το μεσημεριανό γεύμα. Η ανωνυμία που της προσφέρει η Αθήνα, αλλά και η
κατάστασή της, δεν αφήνουν περιθώρια για πολλές ντροπές και συστολή. Η Μ. ζούσε
στη Θεσσαλονίκη και φρόντιζε μια ηλικιωμένη για χρόνια. Ώσπου, ξαφνικά, της είπαν
ότι πρέπει να φύγει. Δεν την κρατούσε τίποτα στην πόλη και βρήκε μια αντίστοιχη
δουλειά στην Αθήνα. Η νέα σελίδα στη ζωή της δεν ξεκίνησε καλά. Η δουλειά
τελικά δεν έκλεισε και έμεινε ξεκρέμαστη. Στη Θεσσαλονίκη δεν την περίμενε
κανείς και αρχικά φιλοξενήθηκε για λίγο σε έναν φίλο της.
Δεν αντέχει την ιδέα του δρόμου.
«Βρήκα τους Γιατρούς του Κόσμου πριν από τα Χριστούγεννα», λέει. «Δεν θέλω να
καταλήξω στον δρόμο. Είχα μείνει έξω λίγες μέρες στη Θεσσαλονίκη και δεν
υπάρχει τίποτα χειρότερο. Δεν θέλω να το ξαναζήσω». Η καθημερινότητά της αυτό
το διάστημα είναι περιπλάνηση στους δρόμους της Αθήνας και αναζήτηση εργασίας
στις αγγελίες και στα social. Μέχρι το απόγευμα που θα μπει στο υπνωτήριο για
να φάει, να κάνει μπάνιο και να κοιμηθεί. Και το πρωί πάλι από την αρχή.
Πάντως, ακόμα κι αν βρει δουλειά, δεν πιστεύει ότι θα τα καταφέρει να νοικιάσει
ένα μικρό διαμέρισμα μόνη της. Σχεδιάζει να συγκατοικήσει με μία φίλη που
γνώρισε στην Αθήνα, η οποία προφανώς βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση. Μας λέει
ότι δεν τη νοιάζει πόσες ώρες θα δουλεύει, θα δούλευε ακόμα και δωδεκάωρο.
«Θέλω απλώς να νιώσω ξανά άνθρωπος».
Το
μεταβαλλόμενο τοπίο της αστεγίας
Οι Γιατροί του Κόσμου δημιούργησαν
το πρώτο Υπνωτήριο Αστέγων στην Αθήνα, στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Ο
Νικήτας Κανάκης μας εξηγεί σε αδρές γραμμές το μεταβαλλόμενο προφίλ των
αστέγων, όπως αυτό διαμορφώθηκε από το κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον της
τελευταίας δεκαετίας. Από το 2010 και μετά, η αστεγία στην Ελλάδα αφορά κυρίως
Έλληνες, ανθρώπους που είχαν κανονική ζωή πριν από τη δίνη της κρίσης και των
μνημονίων. Εργατοτεχνίτες, μικρομαγαζάτορες και ελεύθεροι επαγγελματίες,
χαμηλόμισθοι υπάλληλοι και συνταξιούχοι που έμειναν ξεκρέμαστοι, χωρίς δίκτυο
προστασίας. Πολλοί γύρω στα 55-60, χωρίς οικογένεια, πολύ μεγάλοι για να
ξαναβρούν δουλειά, αρκετά «νέοι» για σύνταξη. Την ίδια περίοδο, μετά το 2014,
αρχίζει να φτάνει και ένα νέο προσφυγικό κύμα – άνθρωποι εξίσου ευάλωτοι,
οι οποίοι όμως είχαν έστω κάποια πρόσβαση σε δομές υποδοχής ή αναχωρούσαν για
άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Σήμερα, η ανθρωπογεωγραφία της
αστεγίας φαίνεται διαφοροποιημένη. Στους δρόμους της πόλης εμφανίζονται
νέες, ετερόκλητες κατηγορίες ανθρώπων, κυρίως Ελλήνων. Μία από αυτές είναι
ηλικιωμένοι, άνω των 75 ετών. Πρόκειται για την πιο ραγδαία αυξανόμενη
κατηγορία. Ο Ν. Κανάκης μας λέει ότι πρόκειται για την κοινωνική ομάδα που
αποτελεί το 30% του πληθυσμού που φιλοξενείται σήμερα στο υπνωτήριο των Γιατρών
του Κόσμου Ελλάδος: «Άνθρωποι χωρίς ή με μία πενιχρή σύνταξη, με σοβαρά
προβλήματα υγείας και κινητικότητας, χωρίς φροντιστές, χωρίς καμιά προοπτική.
Κυρίως Έλληνες που έχουν αποκοπεί πλήρως από το οικογενειακό και κοινωνικό τους
περιβάλλον». «Και ενώ βρισκόμαστε σε μια εποχή που μιλάμε για την ενεργό
γήρανση, φτάνουμε να πούμε ότι χρειαζόμαστε περισσότερα γηροκομεία»,
τονίζει.
Μια από τις σιωπηλές φιγούρες αυτής της
γενιάς των αόρατων ηλικιωμένων είναι η Ε., 81 ετών. Τη συναντήσαμε
στο υπνωτήριο των Γιατρών του Κόσμου, στο οποίο φιλοξενείται εδώ και έναν
χρόνο. Ο σύζυγός της, τεχνίτης ζαχαροπλαστικής, όπως λέει, είχε επιχείρηση σε
περιοχή των βορείων προαστίων. Στην ίδια περιοχή μεγάλωσε κι αυτή. Ο γιος τους,
«σπουδαγμένος με τρία πτυχία, δεν θέλησε να συνεχίσει την οικογενειακή δουλειά.
Γνώρισε μία Αμερικανίδα στη Μύκονο όπου είχε πάει για διακοπές, την παντρεύτηκε
και έφυγε μαζί της στην Αμερική. Έμεινε δέκα χρόνια και κάποια στιγμή ζήτησε να
πάμε κι εμείς. Πουλήσαμε το σπίτι και μετακομίσαμε εκεί. Εχω δύο εγγονές που
ζούν με τη μητέρα τους εκεί». Δέκα χρόνια αργότερα ο γιος της χώρισε,
επέστρεψαν στην Ελλάδα και ο σύζυγός της πέθανε. «Στην Ελλάδα, ο γιος μου
έστησε μια νέα δουλειά και πήγαινε πολύ καλά στην αρχή. Πήρε και δεύτερο όροφο
στο Σύνταγμα. Ύστερα ήρθε η κρίση. Τα χρέη. Έχασε τα πάντα. Τον πήρανε στο
Δρομοκαΐτειο, είχε κάνει απόπειρα. Μετά στον Ευαγγελισμό. Να είναι καλά οι
άνθρωποι, τον έσωσαν», λέει. Ο γιος της σήμερα μένει σε κάποια δομή. Η ίδια
παίρνει μια μικρή σύνταξη: «Δεν φτάνει. Δίνω κι εγώ απ’ τα λίγα που έχω στο στο
παιδί μου, για τα τσιγάρα του. Δεν το συγχωρεί στον εαυτό του που έμεινα στον
δρόμο. Εγώ ξέρω όμως πως δεν έφταιγε και θα συνεχίσω να τον στηρίζω».
Η εικόνα μιας ηλικιωμένης γυναίκας
που βρέθηκε κάτω από παρόμοιες συνθήκες στον δρόμο είναι αυτή που έχει
εντυπωθεί και στον Κωνσταντίνο Μαριδάκη, υπεύθυνο Κίνησης του
Streetwork στον δήμο Αθηναίων, παρόλο που καθημερινά διαχειρίζεται εκατοντάδες
περιστατικά αστεγίας: «Θυμάμαι χαρακτηριστικά, πριν από μερικά χρόνια, μια
δυνατή χιονόπτωση μέσα στην Αθήνα. Βρήκαμε μια κυρία, περίπου 70 ετών, σε μια
γωνιά του δρόμου. Είχε μόλις υποστεί μία έξωση. Φαινόταν ότι ήταν μία γυναίκα
που δεν είχε ζήσει μέχρι τότε στο περιθώριο. Κι από τη μια μέρα στην άλλη,
βρέθηκε στο κρύο, μόνη. Τρέξαμε για να τη βοηθήσουμε. Έπρεπε να πάρει
φαρμακευτική αγωγή, να της βρούμε άμεσα στέγη, έστω προσωρινή, για να μην
παγώσει και πεθάνει στον δρόμο».
Στο άλλο άκρο της ηλικιακής
κλίμακας, εντοπίζεται μια δεύτερη κοινωνική κατηγορία αστέγων, την οποία
παρατηρούν έντονα στο πεδίο οι Γιατροί του Κόσμου: νέοι πρώην ουσιοεξαρτημένοι.
«Πολλά νέα παιδιά, καθαρά πλέον, ολοκληρώνουν τα θεραπευτικά τους προγράμματα
αλλά δεν έχουν πού να μείνουν. Οι οικογένειές τους δεν τα δέχονται πίσω.
Καταλήγουν σε υπνωτήρια ή δομές, προσπαθώντας να “πιάσουν το νήμα” από την
αρχή. Φιλοξενούμε τέτοιες περιπτώσεις στο υπνωτήριο», λέει ο Ν. Κανάκης.
Μια σιωπηλή
μορφή αστεγίας που ολοένα αυξάνεται: ζώντας στο αυτοκίνητο
Μια από τις πιο σιωπηλές και
αυξανόμενες μορφές αστεγίας είναι οι άνθρωποι που έχουν εξαντλήσει κάθε
δυνατότητα φιλοξενίας, οικονομικής επανεκκίνησης ή στήριξης. Ζουν από έξωση σε
έξωση, από προσωρινό καταφύγιο σε επόμενο προσωρινό καταφύγιο: «Θα πληρώσουν
δύο ενοίκια, θα τους ξανακάνουν έξωση και μετά θα πάνε στην επόμενη λύση. Σε
γονείς, αδέλφια, άλλους συγγενείς». Κλείνοντας αυτόν τον κύκλο, καταλήγουν στο
αυτοκίνητο. «Δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε τον αριθμό τους, αλλά τους βλέπουμε
στα κοινωνικά ιστορικά του πολυιατρείου μας, που έρχονται για να πάρουν
φάρμακα. Είναι άνθρωποι που δεν έχουν πού να ακουμπήσουν», εξηγεί ο Κανάκης.
Για τον Χρήστο Αλεφάντη,
ιδρυτή και Διευθυντή Σύνταξης του περιοδικού «Σχεδία», πρόκειται για ένα
φαινόμενο που τείνει να γίνεται τελευταία όλο και συχνότερο. Προσεγγίζοντας
έναν άνθρωπο που ζει στο αυτοκίνητό του τους τελευταίους μήνες, μας λέει ότι
συνάντησε μια αντίσταση: «Υπάρχει μια άρνηση, μια ανάγκη να διατηρήσουν –όπως
θεωρούν οι ίδιοι– την αξιοπρέπειά τους. Γι’ αυτό και δεν ήθελε να πάει σε
κάποια δομή. Επιζητούσε να επιβεβαιώσει ο ίδιος για τον εαυτό του ότι δεν είναι
όπως οι άλλοι άστεγοι. Δεν είναι σαν κι αυτούς. Υπάρχουν άνθρωποι που επιλέγουν
να μην πάνε σε μία δομή. Δεν το αντέχουν», μας λέει.
Το φαινόμενο, όμως, δεν περιορίζεται στην Ελλάδα.
Αντίστοιχα περιστατικά καταγράφονται σε πολλές Πολιτείες των ΗΠΑ, όπου υπάρχουν
οξυμμένα στεγαστικά ζητήματα. Ο Χρ. Αλεφάντης μας παραπέμπει σε
δημοσίευμα των «New York Times» με τίτλο «I live in my car», που περιγράφει
ανθρώπους οι οποίοι, έπειτα από εξώσεις ή αδυναμία να καλύψουν τα ενοίκια, ζουν
πλέον στα αυτοκίνητά τους. «Σε κάποιες Πολιτείες», σημειώνει, «σκέφτονται να
δημιουργήσουν μεγαλύτερα και ασφαλέστερα πάρκινγκ για να μπορούν να κοιμούνται
οι άστεγοι εκεί», λέει.
Μέσα από την υπηρεσία Streetwork του δήμου, καταφέραμε να
εντοπίσουμε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, που ζουν στο αυτοκίνητό τους εδώ και
μήνες, σε μια πλατεία στο κέντρο της Αθήνας. Η Α. και ο Χ. είναι
μουσουλμάνοι από τη Θράκη που κατέβηκαν στην Αθήνα τη δεκαετία του ’80. Είναι
περίπου 70 χρονών και για αρκετό καιρό ζούσαν με την οικογένεια της κόρης της
Α. στη Λούτσα και μετά στο εγγόνι της. Η Α. όμως δεν ήθελε να επιβαρύνει κι
άλλο την οικογένειά της. Παίρνει 400 ευρώ σύνταξη και δεν φτάνουν για το νοίκι,
όπως λέει. Στο αυτοκίνητο του Χ. ζουν το τελευταίο εξάμηνο και οι άνθρωποι του
δήμου φροντίζουν το φαγητό, τα φάρμακα, τις κουβέρτες. Θα μείνουν λίγο ακόμα,
όπως λέει ο Χ. Μέχρι να βγει η σύνταξή του και να κάνει παράλληλα κάποιο
ευκαιριακό μεροκάματο. Έπειτα θα επιστρέψουν, ύστερα από πολλές δεκαετίες, στην
Αλεξανδρούπολη, από όπου έχουν κοινή καταγωγή. Εκεί υπάρχει ένα σπίτι της Α.
όπου θα περάσουν το υπόλοιπο της ζωής τους.
«Δύο μηνιάτικα
μακριά από τον δρόμο»
Ο Χρ. Αλεφαντής αναδεικνύει μία
άλλη κοινωνική ομάδα, η οποία για την Ελλάδα είναι, προς το παρόν, terra
incognita. Την κοινωνική ομάδα των working homeless, τους εργαζόμενους
αστέγους: «Οι Αγγλοσάξονες έχουν μία φοβερή ατάκα. Λένε ότι οι περισσότεροι από
εμάς –και εκεί βάζω και τον εαυτό μου μέσα– είμαστε δύο μηνιάτικα μακριά
από το να μείνουμε στον δρόμο. Γιατί οι περισσότεροι περιμένουμε να έρθει η 1η
του μηνός για να πληρώσουμε ρεύμα, νερό, νοίκι. Στην Αυστραλία, όπου η αστεγία
αποτυπώνεται στατιστικά με νούμερα, μετρήθηκε ότι 27,5 χιλιάδες άνθρωποι
ξυπνούν το πρωί και πάνε στη δουλειά τους – σε ένα γραφείο, σε μια
οικοδομή, οπουδήποτε εργάζονται. Οταν σχολάσουν, πάνε σε έναν ξενώνα να
κοιμηθούν, γιατί τα χρήματα δεν τους φτάνουν να συντηρήσουν ένα σπίτι. Στην
Ελλάδα, αυτός ο αριθμός είναι απροσδιόριστος, αλλά υπάρχει», λέει.
Ο Χρήστος Αλεφαντής μας εξηγεί ότι
αστεγία δεν σημαίνει μόνο πεζοδρόμιο: «Οι άνθρωποι της “Σχεδίας” δεν είναι όλοι
άστεγοι, τουλάχιστον όχι όπως φανταζόμαστε την αστεγία. Δεν ζουν στα πεζοδρόμια
πια. Σήμερα έχουμε μόνο μία γυναίκα που ζει στον δρόμο. Οι υπόλοιποι, μέσα από
τη “Σχεδία”, έχουν καταφέρει να ενταχθούν σε ξενώνες, σε δομές ή σε
κάποιο διαμέρισμα, μέσω του προγράμματος κοινωνικής κατοικίας».
Για πολλούς όμως η κατοικία είναι
επισφαλής υπόθεση, όπως μας λέει: «Κάποιοι μένουν στο ενοίκιο αλλά χρωστούν
πολλούς μήνες. Άλλοι έχουν σπίτι στο όνομά τους, αλλά δεν έχουν ρεύμα ή νερό.
Όλοι αυτοί ζουν με τον φόβο της επόμενης μέρας. Και αυτό είναι μια μορφή
αστεγίας, σύμφωνα με την τυπολογία της Feantsa. Πρόκειται για την επισφαλή
στέγαση, που αφορά τους ανθρώπους που αν και ζουν σε κάποιο χώρο, απειλούνται
με έξωση ή ζουν σε ακατάλληλες και μη βιώσιμες συνθήκες», λέει.
Κλίμακα: ΑμεΑ
η απόλυτα γκρίζα ζώνη της αστεγίας
Αυτός ο «απροσδιόριστος» αριθμός
των εργαζόμενων αστέγων ενισχύεται και από μια άλλη πραγματικότητα: την
αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών ακόμη κι όταν υπάρχει εισόδημα από εργασία ή
ακόμη και προνομιακή προστασία. Οι άνθρωποι της ΜΚΟ Κλίμακα, που ασχολείται εδώ
και 25 χρόνια με την αστεγία, μας εξηγούν: «Αν ένας άνθρωπος είναι άστεγος και,
για παράδειγμα, λαμβάνει το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, ακόμη κι αν έχει
προνοιακά "τακτοποιηθεί", το ποσό αυτό δεν επαρκεί πλέον για να
καλύψει ούτε το ενοίκιο ούτε τους βασικούς λογαριασμούς ενός σπιτιού. Αν
προσθέσουμε και το γεγονός ότι πολλοί εξ αυτών έχουν και ψυχιατρικές παθήσεις,
τότε το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο. Όσο αυξάνεται το κόστος στέγασης,
θα αυξάνονται και οι άστεγοι, σχεδόν νομοτελειακά», λένε.
Για την Κλίμακα, η απόλυτα γκρίζα
ζώνη της αστεγίας είναι η αναπηρία. Ο Νίκος Μπεκιάρης, νομικός της Ομάδας
Παρέμβασης στο Δρόμο Κλίμακα, σχολιάζει: «Εάν η συμπεριφορά της κοινωνίας
μας στα άτομα με αναπηρία είναι δείκτης του πολιτισμού μας, τότε δυστυχώς
κάνουμε κάτι πολύ λάθος. Υπάρχει μια κατηγορία αστέγων που λόγω των προβλημάτων
υγείας τους δεν είναι αυτοεξυπηρετούμενοι. Γι’ αυτούς δεν υπάρχουν δομές
προσωρινής φιλοξενίας. Οι περισσότεροι έχουν παραιτηθεί από την ιδέα εύρεσης
μιας μακροχρόνιας λύσης και κινούνται μεταξύ του δρόμου και κάποιας
εφημερίας νοσοκομείου».
Όπως εξηγούν οι άνθρωποι της
Κλίμακας, αυτή τη στιγμή για να φιλοξενηθεί κάποιος σε ξενώνα του δήμου ή σε
άλλη δομή, πρέπει να είναι αυτοεξυπηρετούμενος. Αυτό προβλέπει η νομοθεσία.
Όσοι δεν πληρούν αυτό το κριτήριο, μένουν ουσιαστικά αποκλεισμένοι. Το θλιβερό
αποτέλεσμα αυτού του αποκλεισμού είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι περιφέρονται
ανάμεσα στον δρόμο και τις εφημερίες των νοσοκομείων όχι επειδή έχουν επείγον
πρόβλημα υγείας, αλλά γιατί εκεί βρίσκουν μια στοιχειώδη φροντίδα για την
αναπηρία τους. Κάθονται για λίγο, μέχρι οι κοινωνικές υπηρεσίες των νοσοκομείων
να αναζητήσουν –μάταια συνήθως– μια διεύθυνση για την έξοδό τους. «Αυτό είναι
ένα τεράστιο θεσμικό κενό», σημειώνουν. «Δεν υπάρχουν δομές επείγουσας
παρέμβασης για άστεγους με αναπηρία». Ο αριθμός τους δεν έχει αποτυπωθεί
επίσημα, αλλά εκτιμάται ότι μόνο στην Αθήνα είναι μερικές εκατοντάδες, ίσως
200, ίσως 300. «Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν πραγματικές ευκαιρίες να φανταστούν
μια άλλη καθημερινότητα», λένε από την Κλίμακα.
Η ιστορία του
Στίβεν
Ενας από αυτούς είναι και ο Στίβεν,
40 χρονών σήμερα, χορευτής, ο οποίος είναι οροθετικός και πάσχει από σκλήρυνση
κατά πλάκας. Βρίσκεται συνήθως στην πλατεία του Μοναστηρακίου και είναι
γνωστός, όπως μας λένε, σε όλες τις υπηρεσίες. Στο Μοναστηράκι δεν καταφέραμε
να τον εντοπίσουμε. Ίσως είχε μπει πάλι σε κάποιο νοσοκομείο. Ο Στίβεν
λαμβάνει κανονικά τα προνοιακά επιδόματα που δικαιούται, τα οποία όμως επαρκούν
μόνο για την κάλυψη βασικών αναγκών και όχι για ενοικίαση στέγης. Η παραμονή
του στον δρόμο, σε συνδυασμό με την αναπηρία του και την πλήρη έλλειψη
αυτονομίας, τον καθιστά ευάλωτο σε εκμετάλλευση. Για οποιαδήποτε ανάγκη του
–από την αγορά τροφίμων μέχρι τη φόρτιση του κινητού– εξαρτάται κάθε φορά από
τον εκάστοτε «φροντιστή» του δρόμου, κάποιον που θα τον βοηθήσει με αντάλλαγμα
ένα μικρό χρηματικό ποσό ή κάποιο προσωπικό του αντικείμενο. Η καθημερινότητά
του έτσι διαμορφώνεται από μια διαρκή εξάρτηση, χωρίς καμία εγγύηση αξιοπρεπούς
φροντίδας.
Η Ελευθερία Κουμαλάτσου,
Επιστημονικά Υπεύθυνη του Κέντρου Στήριξης Αστέγων Δίπυλον της Κλίμακας, έχει
γράψει για την υπόθεση του Στίβεν στην περιοδική έκδοση της οργάνωσης. Όπως
λέει, «η ζωή του τα τελευταία χρόνια είναι ένας φαύλος κύκλος ανάμεσα στον
δρόμο και τα επείγοντα. Όταν δεν κοιμάται σε κάποιο πεζοδρόμιο, είναι στο
νοσοκομείο. Όταν δεν είναι στο νοσοκομείο, ψάχνει μια άκρη στον δρόμο. Τον
έχουν στηρίξει κατά καιρούς άτυπες ομάδες πολιτών αλλά και στελέχη της ΕΛ.ΑΣ.
που βοήθησαν ενεργά στην εξασφάλιση στέγης και περίθαλψης. Η Ομάδα Παρέμβασης
στο Δρόμο της Κλίμακας τον ακολουθεί σταθερά τους τελευταίους μήνες, σε στενή
συνεργασία με κοινωνικές υπηρεσίες νοσοκομείων και αστυνομία, δημιουργώντας ένα
δίκτυο ελάχιστης συνέχειας στη φροντίδα του, παρά τις τεράστιες ελλείψεις του
συστήματος».
Όπως έχει περιγράψει ο ίδιος, η
διάγνωση που άλλαξε τη ζωή του ήρθε απροσδόκητα: κατάλαβε ότι είναι οροθετικός
όταν άρχισε να πονάει το πόδι του, περίπου πριν από οκτώ χρόνια. Σιγά σιγά, η
κινητικότητά του επιδεινώθηκε και σήμερα μετακινείται μόνο με αμαξίδιο. Ο ίδιος
έχει πει πως ο σύντροφός του δεν του είχε αποκαλύψει ότι ήταν φορέας του ιού
του AIDS. Στη συνέχεια, ο Στίβεν απομακρύνθηκε και από το φιλικό του
περιβάλλον. Βρισκόταν τότε στη Θεσσαλονίκη, σε μια περίοδο που όλοι γύρω του
άρχισαν να κάνουν οικογένειες. «Φοβόμουν μην τους μεταδώσω την ασθένεια»,
εξομολογείται. Ο σύντροφός του τον εγκατέλειψε, κι έτσι, σταδιακά, βρέθηκε
εντελώς μόνος, στον δρόμο.
Για την Ελευθερία Κουμαλάτσου, «η
αντιμετώπιση της αστεγίας απαιτεί συντονισμό, εξατομικευμένη φροντίδα και
πολιτικές που μειώνουν τις ανισότητες. Διαφορετικά, θα συνεχίσουμε να βλέπουμε
ανθρώπους να επιστρέφουν ξανά και ξανά στον δρόμο». Και προσθέτει: «Η θέση της
Κλίμακας στα 25 χρόνια λειτουργίας της είναι ξεκάθαρη: όσο υπάρχουν κοινωνικές
ανισότητες, πλούσιοι και φτωχοί, θα υπάρχουν άνθρωποι που θα καταλήγουν να ζουν
στον δρόμο. Η αστεγία δεν είναι ατομική αποτυχία, είναι αποτέλεσμα ενός
συστήματος που δεν καταφέρνει να προστατεύσει έγκαιρα και ουσιαστικά τους πιο
ευάλωτους. Σήμερα το σύστημα αδυνατεί να ανταποκριθεί εξατομικευμένα στις
ανάγκες των αστέγων. Οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι: άλλοι έχουν σοβαρά ψυχιατρικά
προβλήματα, άλλοι αναπηρίες, άλλοι παθολογικά νοσήματα ή πολλαπλές
ευαλωτότητες. Όταν οι πολιτικές και οι δομές λειτουργούν με γενικούς κανόνες
και όχι με βάση τον άνθρωπο, τότε οι πιο ευάλωτοι μένουν εκτός», λέει.
Οι δομές και
οι ευθύνες του δήμου Αθηναίων
Στους δρόμους της πόλης, οι ανάγκες
πολλαπλασιάζονται καθημερινά και η ευθύνη της ανταπόκρισης βαραίνει σε μεγάλο
βαθμό τον δήμο. Από την πρώτη επαφή με τους άστεγους μέχρι την ένταξή τους σε
υπηρεσίες, η τοπική αυτοδιοίκηση καλείται να λειτουργήσει άμεσα, πρακτικά και
με συνέπεια.
Η Ασήμω Φούντζουλα,
αντιδήμαρχος Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Δήμου Αθηναίων, μας λέει ότι τον
Οκτώβριο πραγματοποιήθηκε, σε συνεργασία με το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, μια νέα
καταγραφή αστέγων στην πόλη. Αν και δεν υπάρχουν ακόμη επίσημα αποτελέσματα, ο
αριθμός τους εκτιμάται περίπου στα 1.000 άτομα. «Η κοινωνία των αστέγων
αντικατοπτρίζει τη γενική κοινωνία: Έλληνες και αλλοδαποί, χρήστες και μη
χρήστες, νεόπτωχοι, άνθρωποι με ψυχικά νοσήματα, άνθρωποι που πετάχτηκαν έξω
από το σπίτι τους και δεν έχουν πού να μείνουν», αναφέρει.
Πρόσθεσε ότι ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι ζουν πλέον
σε αυτοκίνητα, σε παραπήγματα ή ακατοίκητα κτίρια: «Αυτοί είναι κυρίως Έλληνες
που δεν μπορούν να πληρώσουν το ενοίκιο». Όπως εξήγησε, η ομάδα του Streetwork,
με 25 άτομα, κινείται καθημερινά στους δρόμους, με αυτοκίνητα ή πεζή,
προσφέροντας τρόφιμα, φάρμακα και φροντίδα σε όσους έχουν ανάγκη. Βάσει των πιο
πρόσφατων στοιχείων του δήμου Αθηναίων, η διεπιστημονική ομάδα Streetwork του
ΚΥΑΔΑ εξυπηρετεί αυτή τη στιγμή περίπου 1.400 άτομα που ζουν σε συνθήκες
επισφάλειας. Λιγότεροι από τους μισούς είναι «rough sleepers», δηλαδή άστεγοι
που κοιμούνται κυριολεκτικά στον δρόμο ή σε ακατάλληλους χώρους. Οι υπόλοιποι
διαμένουν προσωρινά σε ακατάλληλες κατοικίες ή φιλοξενούνται από συγγενείς και
φίλους. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει δημοσιοποιήσει ο δήμος, το πρώτο
εννιάμηνο του 2025 πραγματοποιήθηκαν 4.353 παρεμβάσεις και προσφέρθηκαν σχεδόν
8.650 υπηρεσίες, από άμεση φροντίδα μέχρι ένταξη σε στεγαστικά προγράμματα.
Κατά την ίδια περίοδο, 48 άτομα εντάχθηκαν σε στεγαστικές
δομές του δήμου και περισσότερα από 330 παραπέμφθηκαν σε αντίστοιχες δομές
άλλων φορέων. Καθώς τα στοιχεία του δήμου Αθηναίων δείχνουν ότι οι υπηρεσίες
του βρίσκονται σε εγρήγορση, ρωτάμε την αρμόδια αντιδήμαρχο γιατί οι άστεγοι
στην πόλη συνεχίζουν να είναι τόσο πολλοί. Μας απαντάει ότι «το να πάρεις έναν
άνθρωπο από τον δρόμο δεν είναι μια απλή υπόθεση. Χρειάζεται εισαγγελική
παραγγελία και η συνδρομή της αστυνομίας για να οδηγηθεί κάποιος σε κάποια δομή
φιλοξενίας». Και προσθέτει πως, παρότι ο δήμος Αθηναίων διαθέτει σήμερα το
Πολυδύναμο Κέντρο Αστέγων που φιλοξενεί περίπου 190 ανθρώπους, οι ανάγκες
παραμένουν τεράστιες: «Δεν αρκεί μόνο η δική μας προσπάθεια. Χρειάζεται ένα
ολοκληρωμένο σύστημα υποστήριξης».
Μας λέει πως καμία δημοτική δομή δεν μπορεί να
ανταποκριθεί αποτελεσματικά χωρίς συνεργασία: «Ο δήμος πρέπει να έχει μία πολύ
καλή συνεργασία με το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και το υπουργείο Υγείας.
Μόνος του δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα των αστέγων που ζουν στους δρόμους,
γιατί οι περισσότεροι έχουν προβλήματα υγείας». Στην πράξη, αυτή η συνεργασία
συχνά δοκιμάζεται, όπως λέει. «Έχουμε προβλήματα με τα νοσοκομεία. Δεν τους
δέχονται. Στέλνεις έναν άνθρωπο με ασθενοφόρο και σ’ τον επιστρέφουν πίσω.
Στο τελευταίο κύμα μεγάλου ψύχους, είχαμε έναν κύριο με πυρετό, λόγω γρίπης
τύπου Α. Τον στείλαμε στο νοσοκομείο αλλά δεν τον δέχτηκαν, τον έστειλαν ξανά
στον θάλαμο αστέγων. Ξαναπήραμε τηλέφωνο, αστράψαμε, βροντήξαμε, και τότε ήρθαν
και τον πήραν για να τον νοσηλεύσουν», περιγράφει.
Κεντρικό ρόλο στο δίκτυο υποστήριξης έχει το Πολυδύναμο Κέντρο Αστέγων στην πλατεία Βάθη, όπου λειτουργούν ένα Ανοικτό
Κέντρο Ημέρας, υπνωτήριο και δύο ξενώνες. Εκεί φιλοξενούνται καθημερινά 200
άτομα για διάστημα έως 12 μηνών, ακολουθώντας ατομικό σχέδιο επανένταξης, ενώ
πάνω από 150 άτομα εξυπηρετούνται καθημερινά στο κέντρο ημέρας για γεύμα,
μπάνιο και υποστήριξη. Το Πολυδύναμο Κέντρο Αστέγων δημιουργήθηκε επί δημαρχίας
Μπακογιάννη, το 2020, ως μια συγκροτημένη προσπάθεια να οργανωθεί πιο
συστηματικά η φροντίδα και η φιλοξενία των αστέγων στην Αθήνα. Συνδυάζοντας
υπνωτήριο, ξενώνες και κέντρο ημέρας στον ίδιο χώρο, σχεδιάστηκε για να καλύψει
το κενό μίας ενιαίας αντιμετώπισης, παρέχοντας στοχευμένες υπηρεσίες για
ανθρώπους σε συνθήκες ακραίας φτώχειας. Την ίδια χρονιά, λειτούργησε και μια
εξειδικευμένη Δομή Φιλοξενίας για άστεγους χρήστες ψυχοδραστικών ουσιών, σε
συνεργασία με τον ΟΚΑΝΑ και το ΚΕΘΕΑ. Η δομή αυτή μπορεί να φιλοξενήσει έως και
70 άτομα και προσφέρει υποστηρικτικές υπηρεσίες, με στόχο τη σταθεροποίηση και
την προώθησή τους σε θεραπευτικά προγράμματα.
Τον περασμένο Μάρτιο το Πολυδύναμο Κέντρο Αστέγων βρέθηκε
στο προσκήνιο της δημοσιότητας για τους λάθους λόγους. Εντοπίστηκαν προβλήματα
στη διαχείριση, τη συντήρηση, την υγιεινή και την επάρκεια στη στελέχωση των
υπηρεσιών του έπειτα από αυτοψία του Συνηγόρου του Πολίτη. Ο ανεξάρτητος
θεσμός, με επιστολή του προς τον δήμο, εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για τις
συνθήκες διαβίωσης των αστέγων στη δομή, ζητώντας ακόμη και τη σφράγισή της για
απολύμανση, επισκευές και επανεκκίνηση της λειτουργίας της. Το κλιμάκιο του
Συνηγόρου κατέγραψε σοβαρά προβλήματα στις συνθήκες υγιεινής και
ασφάλειας: κοριοί, τρωκτικά, ανεπαρκής καθαριότητα, ελλείψεις προσωπικού και
δυσκολίες στην προσβασιμότητα.
Ο δήμος, απαντώντας, αναγνώρισε ορισμένες δυσλειτουργίες,
εξήγησε ότι εφαρμόζονται πρωτόκολλα καθαρισμού και απεντόμωσης, ενώ σημείωσε
πως ορισμένα προβλήματα επανεμφανίζονται λόγω εξωτερικών παραγόντων και
παλαιότητας του κτιρίου. Τόνισε επίσης ότι η δομή λειτουργεί βάσει νομοθεσίας,
διαθέτει επαρκές ιατρικό και ψυχοκοινωνικό προσωπικό, ενώ προχωρά σε διαγωνισμό
για επιπλέον υπηρεσίες καθαριότητας. Σχετικά με την εξέλιξη της υπόθεσης, η
αντιδήμαρχος Κοινωνικής Αλληλεγγύης σημειώνει ότι στο Πολυδύναμο Κέντρο Αστέγων
εφαρμόζονται συγκεκριμένα πρωτόκολλα, τα οποία, όπως διαβεβαιώνει, γίνεται
προσπάθεια να τηρούνται αυστηρά. «Πρόκειται για Κέντρο Αστέγων και όχι για δομή
παιδιών. Έχουμε να διαχειριστούμε ενήλικες ανθρώπους, με πολύ σύνθετες
συμπεριφορές», λέει.
Όπως εξηγεί, στην καθημερινή λειτουργία της δομής
προκύπτουν δυσκολίες που δεν σχετίζονται μόνο με τις υποδομές: «Υπάρχουν
περιπτώσεις ανθρώπων που δεν πλένονται, που δεν πετούν τα σκουπίδια τους, που
φέρνουν σακούλες από τον δρόμο και τις βάζουν μέσα στους θαλάμους. Αυτά τα
φαινόμενα τα έχουμε αντιμετωπίσει και συνεχίζουμε να τα αντιμετωπίζουμε. Από
εκεί ξεκινούν πολλά προβλήματα». Ζητήματα, όπως λέει, για τη λειτουργία του
Κέντρου, δημιουργούνται και από την έλλειψη προσωπικού: «Στο Πολυδύναμο δεν υπάρχει
μόνιμο προσωπικό. Όλοι εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης
έργου, ετήσιες, δεκάμηνες, που εναλλάσσονται. Αυτό δεν θα έπρεπε να συμβαίνει
σε τέτοιες δομές», τονίζει. Όπως εξηγεί, το καθεστώς αυτό δυσκολεύει σοβαρά τον
προγραμματισμό και τον κεντρικό σχεδιασμό του δήμου για τη στελέχωση του
Πολυδύναμου Κέντρου Αστέγων.
Το πρόγραμμα
«Στέγαση και Εργασία» για τους άστεγους
Μία πολιτική που, σύμφωνα με
αρκετούς από τους ανθρώπους με τους οποίους μιλήσαμε, έχει ουσιαστική σημασία,
είναι το πρόγραμμα «Στέγαση και Εργασία», το οποίο απευθύνεται αποκλειστικά
στην κοινωνική ομάδα των αστέγων. Η φιλοσοφία του βασίζεται στο μοντέλο housing
first/led, όπου η εξασφάλιση κατοικίας αποτελεί το πρώτο και θεμελιώδες βήμα,
πλαισιωμένο από ψυχοκοινωνική στήριξη και εργασιακή ένταξη.
Το πρόγραμμα στοχεύει στην άμεση
μετάβαση των αστέγων σε αυτόνομη διαβίωση, παρέχοντας υπηρεσίες στέγασης,
ψυχοκοινωνικής στήριξης, εργασιακής επανένταξης και διασύνδεσης με τις
υπάρχουσες πολιτικές επιδοματικής στήριξης. Προβλέπει επιδότηση ενοικίου για 24
μήνες, κάλυψη δαπανών οικοσκευής, ΔΕΚΟ, λειτουργικών αναγκών και επισκευών
φθορών, καθώς και επιδότηση εργασίας για 12 μήνες.
Το πρόγραμμα υλοποιήθηκε αρχικά το
2014 υπό τον τίτλο «Στέγαση και Επανένταξη», και ακολούθως το 2018. Από το
2020, έχει θεσμοθετηθεί ως μόνιμη δημόσια πολιτική καταπολέμησης της έλλειψης
στέγης, με πρόβλεψη για εφαρμογή ανά διετία από πόρους του κρατικού
προϋπολογισμού. Το πρόγραμμα προκηρύσσεται κάθε δύο χρόνια από το υπουργείο
Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και υλοποιείται από 43 δήμους της χώρας, ενώ
διαχειριστική Αρχή είναι ο ΟΠΕΚΑ.
Πανελλαδικά, πραγματοποιείται μέσω
41 συμπράξεων, στις οποίες συμμετέχουν συνολικά 89 δήμοι, 3 Κέντρα Κοινωνικής
Πρόνοιας και ο Εθνικός Οργανισμός Πρόληψης και Αντιμετώπισης των Εξαρτήσεων, σε
συνεργασία με Αναπτυξιακές Εταιρείες ΟΤΑ και πιστοποιημένα ΝΠΙΔ παροχής
κοινωνικών υπηρεσιών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής
και Οικογένειας που δόθηκαν στη LiFO, το πρόγραμμα έχει εγκριθεί για 853
νοικοκυριά, τα οποία αντιστοιχούν σε 1.855 ωφελούμενους σε όλη τη χώρα. Από
αυτούς, έχουν ήδη στεγαστεί 547 νοικοκυριά και 1.044 ωφελούμενοι, δηλαδή
περίπου δύο στα τρία εγκεκριμένα νοικοκυριά έχουν εξασφαλίσει κατοικία.
Από τους ήδη στεγασμένους, οι 186 είναι παιδιά (0-17
ετών), στοιχείο που, σύμφωνα με το υπουργείο, καταδεικνύει ότι η παρέμβαση
αφορά σε σημαντικό βαθμό οικογένειες με ανήλικα μέλη. Στο πρόγραμμα έχουν
ενταχθεί επίσης 91 άτομα, τα οποία, κατά την καταγραφή τους από τις κοινωνικές
υπηρεσίες, διέμεναν κυριολεκτικά στον δρόμο. Όπως σημειώνεται, «η ένταξή τους
προϋπέθετε συστηματική εργασία πεδίου από κοινωνικούς λειτουργούς, για τον
εντοπισμό, την οικοδόμηση σχέσης εμπιστοσύνης και τη σταδιακή αποδοχή της προοπτικής
στέγασης». Σύμφωνα με το υπουργείο, τα δεδομένα δείχνουν ότι το πρόγραμμα
λειτουργεί προληπτικά, προτού η αστεγία οδηγήσει σε διαβίωση στον δρόμο.
Συγκεκριμένα, το 37,83% των νοικοκυριών, πριν από την ένταξη, διέμενε σε
ακατάλληλα καταλύματα, το 20,22% ήταν υπό έξωση, ενώ το 12,23% φιλοξενούνταν
προσωρινά από ανάγκη. Αυτό σημαίνει ότι η παρέμβαση ανακόπτει τη διολίσθηση
προς την ακραία αστεγία.
Η αστεγία, όπως αποτυπώνεται στα στοιχεία του
προγράμματος, συνδέεται με σύνθετες μορφές κοινωνικής ευαλωτότητας: στο 23,34%
των νοικοκυριών υπάρχει μέλος ΑμεΑ ή χρονίως πάσχον, στο 10,36% μέλος που είναι
θύμα βίας ή εμπορίας, στο 9,36% Ρομά, στο 6,74% μετανάστες ή πρόσφυγες και στο
4,53% άτομα σε απεξάρτηση. Στη διεπιστημονική ομάδα συμμετέχει, όπου
προβλέπεται, και υποστηρικτής ομοτίμων (peer supporter), δηλαδή άτομο που έχει
υπάρξει ωφελούμενος σε προηγούμενο κύκλο του προγράμματος και αξιοποιεί τη βιωμένη
εμπειρία του για την προσέγγιση και ενδυνάμωση των αστέγων.
Για τον δήμο Αθηναίων, το συγκεκριμένο
πρόγραμμα υλοποιείται από την Εταιρεία Ανάπτυξης & Τουριστικής Προβολής
Αθηνών, που είναι φορέας του κεντρικού δήμου. Η κριτική που έχει ασκηθεί στον
δήμο είναι ότι τρέχει το πρόγραμμα με αργούς ρυθμούς. Τον περασμένο Οκτώβριο, η Δόμνα Μιχαηλίδου, υπουργός Κοινωνικής
Συνοχής και Οικογένειας, ανέφερε ότι ο δήμος Αθηναίων δεν κατάφερε να
ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο του προγράμματος «Στέγαση και
Εργασία» και «έμεινε πίσω» σε σχέση με τον δήμο Θεσσαλονίκης. Ο δήμος ισχυρίστηκε
ότι η σύγκριση δεν είναι ακριβής, καθώς στη Θεσσαλονίκη χρηματοδοτείται η
αξιοποίηση δημόσιων ακινήτων, ενώ στην Αθήνα, το υπουργείο περιορίζει τη
χρηματοδότηση μόνο σε ιδιωτικά ακίνητα. Υποστήριξε επίσης ότι ο δήμος έχει
καταθέσει πολλαπλά αιτήματα προς το υπουργείο για επέκταση της δυνατότητας
στέγασης και σε δημοτικά κτίρια ή ακίνητα ΝΠΙΔ, ιδρυμάτων και κοινωφελών
οργανισμών, τα οποία απορρίφθηκαν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε ο δήμος
Αθηναίων, μέχρι τον Οκτώβριο του 2025, είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα 15 ακίνητα,
είχαν υπογραφεί όλα τα συμφωνητικά με τους ιδιοκτήτες, εννέα από αυτά είχαν
ολοκληρώσει τις εργασίες ανακαίνισης και κρίθηκαν έτοιμα προς διάθεση. Είχαν
πραγματοποιηθεί 30 αυτοψίες και πληρωμές άνω των 100.000 ευρώ για προκαταβολές
και εργασίες. Ο δήμος υποστήριξε ότι εφαρμόστηκε και επικοινωνιακή καμπάνια για
την προσέλκυση ιδιοκτητών, χωρίς όμως σημαντική ανταπόκριση, αποδίδοντας τις
καθυστερήσεις στο περιοριστικό πλαίσιο που έχει τεθεί από το υπουργείο.
Οι ανάγκες όμως της αστεγίας στην Αθήνα είναι
μεγάλες και επείγουσες. Για πολλούς, καθημερινά πράγματα που θεωρούνται
αυτονόητα δεν είναι δεδομένα. Ο Ματθαίος είναι ένας από αυτούς. Δεν
τον απασχόλησε αν θα δημοσιευτεί το όνομά του. Δεν θέλησε, όμως, να μας πει πώς
βρέθηκε στον δρόμο. Πρώην ναυτικός, 50 ετών σήμερα, είναι άστεγος εδώ και
δεκαπέντε χρόνια. «Οι αποφάσεις που παίρνει ένας άνθρωπος στη ζωή του τον
φέρνουν σε κάποιες καταστάσεις. Αυτές που πήρα εγώ δεν ήταν οι σωστές και βρίσκομαι
τώρα σ’ αυτήν την κατάσταση», λέει. Δέκα χρόνια έζησε στον δρόμο· τα τελευταία
πέντε έχει εγκατασταθεί και έχει νοικοκυρέψει ένα παλιό παράπηγμα, στο οποίο,
πριν από αυτόν, έμενε ένας άλλος άστεγος που έφυγε από τη ζωή. «Έχω ενημερώσει
τις αρχές ότι θα το τακτοποιήσω για να μείνω», προσθέτει. «Έχω τα ρούχα μου, τα
πράγματά μου. Όταν κοιμάσαι στον δρόμο, σε κλέβουν. Κι ας ξέρουν ότι δεν έχεις
κάτι αξίας. Κι όμως, αυτό που έχεις, θα σ’ το πάρουν».
Για έξι χρόνια κοιμόταν σε παγκάκι, στην ίδια πλατεία
όπου σήμερα διανυκτερεύει στο αυτοκίνητό του ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Τους
φροντίζει όσο μπορεί. Όπως λέει, ο δήμος προσφέρει τα βασικά: φαγητό, ιατρική
βοήθεια, ρούχα και κουβέρτες. Δεν αναζητά πια δουλειά και είναι χρήστης. Στο
δικό του αφήγημα, η αστεγία είναι μια μακρά και σκληρή εμπειρία επιβίωσης,
μοναξιάς και αποδοχής, μέσα στην οποία, όπως λέει, οι άνθρωποι γίνονται κι
αυτοί σκληροί.











Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.