Φόβους για πληθωριστικές πιέσεις το επόμενο διάστημα εκφράζει η αγορά, ειδικά εάν συνεχισθούν και ενταθούν οι αγροτικές κινητοποιήσεις. Αν και οι επιχειρήσεις μέχρι τώρα απορροφούν την.... αύξηση του μεταφορικού κόστους, η οποία υπερβαίνει το 10%, είναι εξαιρετικά αμφίβολο ότι θα εξακολουθήσουν να εφαρμόζουν αυτή την πρακτική για πολύ ακόμη και δεν αποκλείουν τη μετακύλισή της στις τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών.
Ηδη, πάντως, σε ορισμένα οπωρολαχανικά με προέλευση κυρίως από τη Βόρεια Ελλάδα καταγράφονται ανατιμήσεις τόσο σε σύγκριση με πέρυσι όσο και σε σχέση με ένα μήνα πριν, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στις πιπεριές και στο μπρόκολο, ξεπερνούν το 50%.
Από την άλλη, οι επιχειρήσεις και ειδικά όσες έχουν εξαγωγικό χαρακτήρα φοβούνται ότι οποιαδήποτε αύξηση των τιμών των προϊόντων τους θα στοιχίσει σε ανταγωνιστικότητα στις ξένες αγορές, εκεί όπου ήδη υφίστανται σημαντικές πιέσεις λόγω της μείωσης της ζήτησης και των νέων παραγγελιών.
«Ηδη οι μεταφορικές εταιρείες έχουν προχωρήσει σε ανατιμήσεις στα κόμιστρα κατά 15%. Μέχρι στιγμής το απορροφούμε. Δεν ξέρουμε, ωστόσο, τι θα κάνουμε εάν οι αγροτικές κινητοποιήσεις συνεχισθούν και ενταθούν. Η αυριανή ημέρα κατά την οποία οι αγρότες αποφασίζουν για το μέλλον των κινητοποιήσεων είναι κρίσιμη», υποστήριξε μιλώντας στην «Καθημερινή» ο κ. Σίμος Διαμαντίδης, πρόεδρος του Συνδέσμου Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδος (ΣΕΒΕ). Ο ίδιος, πάντως, ξεκαθάρισε ότι δεν έχουν εμφανιστεί για την ώρα ελλείψεις, αλλά ούτε έχουν διαταραχθεί οι εξαγωγές, καθώς επιτρέπεται στα τελωνεία η διέλευση των φορτηγών που μεταφέρουν ελληνικά προϊόντα στο εξωτερικό.
Επιβράδυνση ρυθμού αύξησης παραγωγής στη μεταποίηση λόγω καθυστέρησης στις παραδόσεις πρώτων και δεύτερων υλών.
Αύξηση του κόστους κατά 100.000-200.000 ευρώ σε μηνιαία βάση προκαλούν στα σούπερ μάρκετ οι αυξήσεις στα κόμιστρα των μεταφορικών εταιρειών. Πρόκειται για κόστος που μέχρι στιγμής μπορούν να αντέξουν οι μεγάλες αλυσίδες του κλάδου, όμως ουδείς μπορεί να γνωρίζει τι θα συμβεί σε περίπτωση συνέχισης των αγροτικών κινητοποιήσεων.
Δεν είναι τυχαίο ότι ανησυχία για την πορεία του μεταποιητικού τομέα, κυρίως σε ό,τι αφορά τον εφοδιασμό του με τις αναγκαίες πρώτες και δεύτερες ύλες, την επίπτωση στις τιμές και την ανταγωνιστικότητά του στις ξένες αγορές, διατυπώνεται και στην ανάλυση της S&P Global για τον δείκτη PMI (δείκτης υπευθύνων προμηθειών). «Παρότι οι συνθήκες ζήτησης φαίνονται πιο αισιόδοξες, οι επιπτώσεις των πιέσεων που ασκούνται στις αλυσίδες εφοδιασμού ίσως συνεχιστούν και το νέο έτος, καθώς δοκιμάζεται η δυνατότητα των εταιρειών να απορροφήσουν τις αυξήσεις του κόστους», αναφέρει η S&P Global.
Αν και ο εν λόγω δείκτης διαμορφώθηκε τον Δεκέμβριο του 2025 στις 52,9 μονάδες, ελαφρώς υψηλότερα από τον Νοέμβριο (52,7 μονάδες), εξαιτίας της αύξησης των νέων παραγγελιών, με την αύξηση, μάλιστα, να προέρχεται από το εξωτερικό μετά από πολλούς μήνες μειωμένων παραγγελιών από τους πελάτες εκτός Ελλάδας, καταγράφηκε επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης της παραγωγής. Η επιβράδυνση αυτή αποδίδεται στην καθυστέρηση στις παραδόσεις των πρώτων και δεύτερων υλών στις μεταποιητικές επιχειρήσεις, η οποία προκάλεσε ελλείψεις, αύξηση του κόστους και αδυναμία δημιουργίας αποθεμάτων ασφαλείας.
«Παρότι ο ρυθμός ανάπτυξης των νέων εργασιών επιταχύνθηκε, τα επίπεδα παραγωγής αυξήθηκαν με ασθενέστερο ρυθμό, καθώς οι αναταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού είχαν αρνητικό αντίκτυπο στην παραγωγική ικανότητα. Οι μεγαλύτεροι χρόνοι παράδοσης διαφόρων ειδών δεν απέτρεψαν τις εταιρείες από το να αυξήσουν την αγοραστική τους δραστηριότητα, ωστόσο περιόρισαν τη δυνατότητά τους να δημιουργήσουν αποθέματα εισροών και ετοίμων προϊόντων», αναφέρει χαρακτηριστικά η S&P Global.
Αν και σύμφωνα με την S&P Global ο ρυθμός αύξησης των τιμών εισροών επιταχύνθηκε με τον υψηλότερο ρυθμό που έχει καταγραφεί τους τελευταίους εννέα μήνες και οι εταιρείες προχώρησαν σε αυξήσεις των τιμών εκροών (δηλαδή των προϊόντων τους), οι αυξήσεις αυτές δεν ήταν μεγάλες, καθώς οι επιχειρήσεις προσπαθούν να παραμείνουν ανταγωνιστικές. Βεβαίως αυτό σημαίνει πλήγμα για την κερδοφορία, κάτι που σημειωτέον συνέβη και την προηγούμενη τριετία, με κύριο παράγοντα τότε την αύξηση του ενεργειακού κόστους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.