Έχω καιρό να γράψω στην
aixmi.gr, εν μέρει λόγω δουλειάς και εν μέρει διότι καλυπτόμουν από
άλλους αρθρογράφους. Θα ήθελα, όμως, τώρα να μοιραστώ μαζί σας μερικές
σκέψεις για ένα επίκαιρο θέμα, την οικονομική ανάπτυξη. Σημειώνω ότι δεν
είμαι οικονομολόγος και κάποιες ιδέες μπορεί να μην είναι τεχνικά
ακριβείς.
Ως εισαγωγή, καλό θα ήταν να δώσω μια απάντηση στο ερώτημα «τι φταίει για την κρίση». Από αυτά που διάβασα κατέληξα στο εξής συμπέρασμα: ο σχεδιασμός της Ευρωζώνης ήταν προβληματικός, διότι δεν έλαβε υπόψιν τη μεγάλη διαφορά ανταγωνιστικότητας μεταξύ Βορρά και Νότου. Αυτό σταδιακά οδήγησε σε ...
μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα στο Βορρά και ελλείμματα στο Νότο.
Όμως για την ιδιαίτερα κακή κατάσταση της χώρας μας η ευθύνη είναι δική μας. Μετά την είσοδο στο ευρώ οι κυβερνήσεις Σημίτη και Καραμανλή αδράνησαν τελείως και απέτυχαν να κάνουν τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις που θα καθιστούσαν τη χώρα πιο ανταγωνιστική. Ταυτόχρονα, δεν αντιστάθηκαν επαρκώς σε πιέσεις για αύξηση μισθών με αποτέλεσμα να υπάρξει στην Ελλάδα μια τεράστια ανατίμηση, δηλαδή τόσο οι μισθοί όσο και το κόστος ζωής αυξήθηκαν δραματικά. Με την ανατίμηση επήλθε περαιτέρω απώλεια ανταγωνιστικότητας. Φτάσαμε στο σημείο να είναι πιο συμφέρον να εισάγουμε ακόμη και ενδημικά αγροτικά προϊόντα από το να τα παράγουμε οι ίδιοι. Αυτό, σε συνδυασμό με μια αλόγιστη πολιτική επιδοτήσεων, έπληξε την αγροτική παραγωγή.
Μεγάλο μέρος του χρήματος που εισέρρευσε στη χώρα επενδύθηκε σε καταναλωτικά αγαθά και ακίνητα. Τα ακίνητα όμως δεν παράγουν εμπορεύσιμα προϊόντα. Όταν γέμισε πια ο τόπος μεζονέτες, η «φούσκα» έσκασε και η υποτιθέμενη «θωρακισμένη οικονομία» της «ισχυρής Ελλάδας» κατέρρευσε. Αν σε αυτά προστεθούν το χρέος που μας κληροδότησε η πολιτική της δεκαετίας του ‘80, η συνεχιζόμενη κρατική σπατάλη, οι μίζες των πολιτικών, οι καταχρήσεις στο χώρο της Υγείας, οι πελατειακές προσλήψεις στο Δημόσιο, το κόστος των Ολυμπιακών αγώνων και άλλα, καταλαβαίνει κανείς γιατί η Ελλάδα αποδείχθηκε ο πιο αδύναμος κρίκος της Ευρωζώνης.
Η απόκριση της τρόϊκας στο πρόβλημα ήταν μια πολιτική δημοσιονομικής πειθαρχίας και εσωτερικής υποτίμησης. Λέγεται συχνά, και σωστά, ότι η λιτότητα δεν αρκεί για να βγούμε από την κρίση, χρειάζεται ανάπτυξη. Αυτό δεν το αγνόησε τελείως η τρόϊκα. Το δεύτερο Μνημόνιο επιδιώκει να τονώσει την ανάπτυξη με: α) μείωση μισθών στον ιδιωτικό τομέα, έτσι ώστε να μειωθεί το κόστος παραγωγής και να αυξηθούν οι εξαγωγές, β) διαρθρωτικές αλλαγές, όπως κατάργηση των προνομίων ορισμένων κλειστών επαγγελμάτων, καταπολέμηση της γραφειοκρατίας και απλοποίηση της αδειοδότησης νέων επιχειρήσεων, γ) ταχύτερη απορρόφηση ευρωπαϊκών κονδυλίων και δ) μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος.
Το Μνημόνιο περιέχει πολλά σωστά μέτρα που θα έπρεπε να υλοποιηθούν τάχιστα. Περιέχει, βέβαια, και κάποια που κρίνω ατελέσφορα και αχρείαστα. Π.χ. τα ταξί στην Ελλάδα είναι φθηνά και υπεραρκετά. Ποιος ο λόγος να αναλωνόμαστε σε κάτι που δεν θα έχει κανένα απολύτως αποτέλεσμα στην ανάπτυξη; Το ίδιο και με τον αριθμό και το ωράριο των φαρμακείων. Ας μειωθεί το περιθώριο κέρδους για ακριβά φάρμακα και ας μείνουν τα άλλα ως έχουν.
Πρώτα από όλα να ξεκαθαρίσουμε πώς ΔΕΝ θα επιτευχθεί ανάπτυξη. Ανάπτυξη δεν θα έλθει από μόνη της με τη χαλάρωση της λιτότητας, δηλαδή με το να μοιραστούν στον κόσμο λεφτά. Ακόμα κι αν πείθαμε την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να τυπώσει ευρώ και να χρηματοδοτήσει το έλλειμμά μας με μηδενικό επιτόκιο, αυτό δεν θα είχε αποτέλεσμα, γιατί το μεγαλύτερο μέρος θα κατευθυνόταν και πάλι σε εισαγόμενα ήδη. Ναι, χρειάζεται να μπουν στην οικονομία πόροι, αλλά στοχευμένα. Ας υποθέσουμε ότι υλοποιείται ένα νέο «σχέδιο Μάρσαλ» για την Ελλάδα με τα λεγόμενα «ομόλογα έργου». Ξέρουμε πώς να τα αξιοποιήσουμε ώστε να μην έχουν την τύχη των πακέτων Ντελόρ; Δεν έχω δει κανένα σχέδιο για αυτό. Δεν μου είναι αυτονόητο ότι η πραγματοποίηση έργων υποδομής, όπως για παράδειγμα νέοι αυτοκινητόδρομοι, θα οδηγήσει οπωσδήποτε στην ανάπτυξη. Μπορεί ναι, μπορεί όχι. Εξαρτάται από το πού τους φτιάχνεις και με τι άλλα μέτρα το συνδυάζεις.
Ανάπτυξη σημαίνει αύξηση της παραγωγής με αύξηση των εξαγωγών ή υποκατάσταση των εισαγωγών. Ανάπτυξη θα ήταν, για παράδειγμα, η αύξηση της παραγωγής κρέατος και γάλακτος στην Ελλάδα έτσι ώστε να υποκατασταθούν οι τεράστιες εισαγωγές σε αυτά τα είδη. Γιατί δεν γίνεται αυτό; Μιλώντας πρόσφατα με τον καθηγητή Γιώργο Αρσένο (Κτηνιατρική ΑΠΘ) κατέληξα στο συμπέρασμα ότι πολλοί αγρότες εξασφαλίζουν επαρκές εισόδημα από τις επιδοτήσεις και δεν έχουν κίνητρο να αυξήσουν την παραγωγή. Αν οι επιδοτήσεις δεν δίνονταν με βάση το πόσα ζώα ή δέντρα έχει κανείς, αλλά με βάση το πόσο προϊόν παράγει και διαθέτει στην αγορά, αυτό θα έδινε κίνητρο για ανάπτυξη. Να, λοιπόν, ένα πεδίο δόξης λαμπρό: αναμόρφωση (ίσως και πλήρης κατάργηση αν είναι εφικτό) των αγροτικών επιδοτήσεων. Πέρα από αυτό, απαιτούνται μεταξύ άλλων εκσυγχρονισμός της κτηνοτροφικής παραγωγής, τυποποίηση και παραγωγή καινοτόμων κτηνοτροφικών προϊόντων και τροφίμων ζωϊκής προέλευσης. Παραγωγή κατεψυγμένου κρέατος και κρεατοσκευασμάτων από τον σημαντικότερο κλάδο της ελληνικής κτηνοτροφίας, που είναι η εκτροφή μικρών μηρυκαστικών, σήμερα δεν υπάρχει! Το ιδανικό θα ήταν οι ίδιοι οι παραγωγοί να αναλάβουν πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά εφόσον αυτό δεν συμβαίνει χρειάζεται «σκούντημα» από την Πολιτεία.
Γενικότερα, χρειάζεται να κάνουμε μια ανάλυση των προϊόντων που εισάγουμε και να δούμε πώς μπορούμε κάποια από αυτά να τα παράγουμε στην Ελλάδα. Μήπως αντί να ζητάμε χρήματα από τους Ευρωπαίους για να καλύψουμε τα ελλείμματά μας, να ζητήσουμε να μεταφέρουν κάποιες από τις παραγωγικές τους δραστηριότητες στην Ελλάδα; Μήπως να τους θυμίσουμε τη γνωστή κινεζική παροιμία, αντί να δώσεις σε έναν πεινασμένο ένα ψάρι καλύτερα να του μάθεις να ψαρεύει;
Στον αντίποδα, μπορούμε να δούμε τι προϊόντα εξάγουμε και να εξετάσουμε αν η ποσότητα αυτών των προϊόντων μπορεί να αυξηθεί. Να συζητήσει, δηλαδή, η κυβέρνηση με τον σύνδεσμο εξαγωγέων και να διερευνήσει με ποιούς τρόπους μπορεί η παραγωγή τους να αυξηθεί, τι προβλήματα αντιμετωπίζουν (ρευστότητα;) και πώς μπορούν αυτά να αντιμετωπιστούν. Πριν από λίγο καιρό διάβασα ότι ο απαιτούμενος χρόνος για εκτελωνισμό στην Ελλάδα είναι πολύ μεγαλύτερος από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Πώς μπορεί μια κυβέρνηση να το ακούει αυτό και να μην αντιδρά άμεσα τη στιγμή που η αύξηση των εξαγωγών μας είναι πρώτη προτεραιότητα; Προβλέπεται άλλωστε, και πολύ σωστά, στο δεύτερο Μνημόνιο.
Ένας άλλος λόγος είναι η πολυνομία. Θέλει χρόνο για να αντιμετωπιστεί, αλλά κάποτε πρέπει να ξεκινήσουμε με κατάργηση πολλών παλαιών νόμων και κωδικοποίηση των υπολοίπων (και το Μνημόνιο μιλάει για αυτά).
Ένας άλλος πιθανός λόγος είναι οι συχνές κοινωνικές αναταραχές και απεργίες. Πάει να φτιάξει κανείς εργοστάσιο σε μια χώρα που σε τακτά διαστήματα οι δρόμοι είναι αποκλεισμένοι από αγρότες και τα λιμάνια από το ΠΑΜΕ; Η υψηλή φορολόγηση είναι και αυτή ένα αντικίνητρο, αλλά ίσως όχι το κυριότερο. Όσο και να μειώσει κανείς την φορολογία των επιχειρήσεων (κάτι που επιχείρησε ο κ. Αλογοσκούφης με πενιχρά αποτελέσματα) θα είναι ατελέσφορο αν δεν εξαλείψει ταυτόχρονα και τα υπόλοιπα αντικίνητρα, όπως η διαφθορά στο δημόσιο. Υπάρχει, τέλος, η πιθανότητα ξένες επενδύσεις να εμποδίζονται από την παρέμβαση εσωτερικών ανταγωνιστών στον κρατικό μηχανισμό.
Ένας άλλος μοχλός ανάπτυξης είναι οι εταιρείες «έντασης γνώσης» που βασίζονται σε προϊόντα επιστημονικής έρευνας. Αν και υπάρχουν παραδείγματα πετυχημένων τέτοιων εταιριών στην Ελλάδα, στον τομέα αυτό η χώρα μας υστερεί. Αυτό φυσικά σχετίζεται με την κατάσταση των Πανεπιστημίων και των Ερευνητικών Κέντρων. Η εντύπωση που έχω αποκομίσει παρατηρώντας ανάλογες προσπάθειες στο εξωτερικό είναι ότι τέτοιες επιχειρήσεις απαιτούν πρωτοπόρα έρευνα. Δεν αρκεί να είσαι καλός, πρέπει να είσαι άριστος σε παγκόσμιο επίπεδο. Τέτοια αριστεία απαιτεί κλίμα ηρεμίας, αφοσίωσης και αξιοκρατίας που, δυστυχώς, δεν υπάρχει στα ελληνικά Πανεπιστήμια. Χρειάζεται, επομένως, όχι μόνο να προχωρήσει η επαινετέα προσπάθεια για μεταρρύθμιση που ξεκίνησε η Άννα Διαμαντοπούλου, αλλά και να γίνει πιο τολμηρή. Χρειάζεται χρόνο, όμως, για να έχει αποτέλεσμα στην οικονομία.
Εδώ και χρόνια η Ελλάδα κατατάσσεται σε πολύ χαμηλή θέση με βάση τον δείκτη ελευθερίας της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Δεν θα έπρεπε κάθε σοβαρή κυβέρνηση να δει, τουλάχιστον, πώς υπολογίζεται αυτός ο δείκτης και τι μέτρα πρέπει να πάρει ώστε να βελτιωθεί η διεθνής εικόνα της χώρας; Είναι πάγιο το αίτημα της επιχειρηματικής κοινότητας για μείωση της γραφειοκρατίας, κατάργηση αναχρονιστικών διατάξεων, κατάργηση του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων κτλ. Γιατί δεν υλοποιούνται αυτά τα μέτρα, πολλά από τα οποία, άλλωστε, προωθεί η «κακιά» τρόϊκα; Ποιά είναι η θέση των κομμάτων που κόπτονται δήθεν για ανάπτυξη; Μήπως δεν θέλουν να βελτιώσουν την κατάσταση διότι η γραφειοκρατία προσφέρει ευκαιρίες για διαφθορά;
Τα παραπάνω είναι μερικές σκόρπιες σκέψεις ενός απλού πολίτη. Φανταστείτε πόσο περισσότερες και καλύτερες ιδέες θα διαμορφώναμε με μια εις βάθος ανάλυση της ελληνικής οικονομίας. Πρέπει να διαμορφωθεί ένα εθνικό σχέδιο δράσης για την ανάπτυξη, αυτό που κάποιοι αποκαλούν «το δικό μας Μνημόνιο». Με τα συνήθη κομματικά ευχολόγια, ούτε ανάπτυξη πρόκειται να έρθει ούτε από την κρίση πρόκειται να βγούμε.
Παράλληλα με αυτά, πρέπει να επιδιώξουμε κάποιες αλλαγές πολιτικής στην Ευρωζώνη. Παραδείγματος χάριν, αντί να έχουμε μειώσεις μισθών στις χώρες του Νότου, θα μπορούσαμε να έχουμε αυξήσεις μισθών στις χώρες του Βορρά. Το ίδιο αποτέλεσμα θα είχαν στη βελτίωση του ισοζυγίου μεταξύ Βορρά και Νότου. Εναλλακτικά, ας τυπωθεί νέο χρήμα από την ΕΚΤ, όπως πολλοί οικονομολόγοι προτείνουν. Δεν πειράζει να δημιουργηθεί και λίγος πληθωρισμός. Όμως, τις αλλαγές αυτές δεν θα τις επιβάλουμε με τον «τσαμπουκά» και τις «μονομερείς καταγγελίες». Θα τις καταφέρουμε χτίζοντας συμμαχίες με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Μια ρήξη με τους ευρωπαίους εταίρους είναι παραλογισμός τη στιγμή που υπάρχει κίνδυνος οικονομικής κατάρρευσης. Ας κάνουμε λίγη υπομονή ακόμα και ας είμαστε λίγο πιο νηφάλιοι στις ερχόμενες εκλογές.
Γράφει: Θέμης Λαζαρίδης
aixmi.gr
Ως εισαγωγή, καλό θα ήταν να δώσω μια απάντηση στο ερώτημα «τι φταίει για την κρίση». Από αυτά που διάβασα κατέληξα στο εξής συμπέρασμα: ο σχεδιασμός της Ευρωζώνης ήταν προβληματικός, διότι δεν έλαβε υπόψιν τη μεγάλη διαφορά ανταγωνιστικότητας μεταξύ Βορρά και Νότου. Αυτό σταδιακά οδήγησε σε ...
μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα στο Βορρά και ελλείμματα στο Νότο.
Όμως για την ιδιαίτερα κακή κατάσταση της χώρας μας η ευθύνη είναι δική μας. Μετά την είσοδο στο ευρώ οι κυβερνήσεις Σημίτη και Καραμανλή αδράνησαν τελείως και απέτυχαν να κάνουν τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις που θα καθιστούσαν τη χώρα πιο ανταγωνιστική. Ταυτόχρονα, δεν αντιστάθηκαν επαρκώς σε πιέσεις για αύξηση μισθών με αποτέλεσμα να υπάρξει στην Ελλάδα μια τεράστια ανατίμηση, δηλαδή τόσο οι μισθοί όσο και το κόστος ζωής αυξήθηκαν δραματικά. Με την ανατίμηση επήλθε περαιτέρω απώλεια ανταγωνιστικότητας. Φτάσαμε στο σημείο να είναι πιο συμφέρον να εισάγουμε ακόμη και ενδημικά αγροτικά προϊόντα από το να τα παράγουμε οι ίδιοι. Αυτό, σε συνδυασμό με μια αλόγιστη πολιτική επιδοτήσεων, έπληξε την αγροτική παραγωγή.
Μεγάλο μέρος του χρήματος που εισέρρευσε στη χώρα επενδύθηκε σε καταναλωτικά αγαθά και ακίνητα. Τα ακίνητα όμως δεν παράγουν εμπορεύσιμα προϊόντα. Όταν γέμισε πια ο τόπος μεζονέτες, η «φούσκα» έσκασε και η υποτιθέμενη «θωρακισμένη οικονομία» της «ισχυρής Ελλάδας» κατέρρευσε. Αν σε αυτά προστεθούν το χρέος που μας κληροδότησε η πολιτική της δεκαετίας του ‘80, η συνεχιζόμενη κρατική σπατάλη, οι μίζες των πολιτικών, οι καταχρήσεις στο χώρο της Υγείας, οι πελατειακές προσλήψεις στο Δημόσιο, το κόστος των Ολυμπιακών αγώνων και άλλα, καταλαβαίνει κανείς γιατί η Ελλάδα αποδείχθηκε ο πιο αδύναμος κρίκος της Ευρωζώνης.
Η απόκριση της τρόϊκας στο πρόβλημα ήταν μια πολιτική δημοσιονομικής πειθαρχίας και εσωτερικής υποτίμησης. Λέγεται συχνά, και σωστά, ότι η λιτότητα δεν αρκεί για να βγούμε από την κρίση, χρειάζεται ανάπτυξη. Αυτό δεν το αγνόησε τελείως η τρόϊκα. Το δεύτερο Μνημόνιο επιδιώκει να τονώσει την ανάπτυξη με: α) μείωση μισθών στον ιδιωτικό τομέα, έτσι ώστε να μειωθεί το κόστος παραγωγής και να αυξηθούν οι εξαγωγές, β) διαρθρωτικές αλλαγές, όπως κατάργηση των προνομίων ορισμένων κλειστών επαγγελμάτων, καταπολέμηση της γραφειοκρατίας και απλοποίηση της αδειοδότησης νέων επιχειρήσεων, γ) ταχύτερη απορρόφηση ευρωπαϊκών κονδυλίων και δ) μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος.
Το Μνημόνιο περιέχει πολλά σωστά μέτρα που θα έπρεπε να υλοποιηθούν τάχιστα. Περιέχει, βέβαια, και κάποια που κρίνω ατελέσφορα και αχρείαστα. Π.χ. τα ταξί στην Ελλάδα είναι φθηνά και υπεραρκετά. Ποιος ο λόγος να αναλωνόμαστε σε κάτι που δεν θα έχει κανένα απολύτως αποτέλεσμα στην ανάπτυξη; Το ίδιο και με τον αριθμό και το ωράριο των φαρμακείων. Ας μειωθεί το περιθώριο κέρδους για ακριβά φάρμακα και ας μείνουν τα άλλα ως έχουν.
Γιατί ο βασικός μισθός είναι υψηλότερος απ’ τον Ισπανικό;
Τα πιο επώδυνα μέτρα των δύο Μνημονίων ήταν οι μειώσεις μισθών. Δεδομένης της ανατίμησης που ανέφερα παραπάνω, δεν βλέπω πώς αυτές θα μπορούσαν να αποφευχθούν εντελώς. Έχει κανείς πειστική απάντηση στο γιατί ο βασικός μισθός στην Ελλάδα πρέπει να είναι υψηλότερος από ό,τι στην Ισπανία; Εγώ δεν έχω. Θα ήθελα, βέβαια, μεγαλύτερη έμφαση στην περικοπή κρατικών δαπανών (π.χ. κλείσιμο άχρηστων δημόσιων οργανισμών) και μια πιο δίκαιη κατανομή των βαρών (π.χ. μείωση μισθών και στις ΔΕΚΟ). Μετά όμως από 5 χρόνια ύφεσης και μεγάλη μείωση του βιοτικού επιπέδου, δεν βλέπουμε την οικονομία να παίρνει μπροστά. Όλοι μιλούν για ανάπτυξη. Ελάχιστη συζήτηση γίνεται, όμως, για τους τρόπους με τους οποίους αυτή θα επιτευχθεί.Πρώτα από όλα να ξεκαθαρίσουμε πώς ΔΕΝ θα επιτευχθεί ανάπτυξη. Ανάπτυξη δεν θα έλθει από μόνη της με τη χαλάρωση της λιτότητας, δηλαδή με το να μοιραστούν στον κόσμο λεφτά. Ακόμα κι αν πείθαμε την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να τυπώσει ευρώ και να χρηματοδοτήσει το έλλειμμά μας με μηδενικό επιτόκιο, αυτό δεν θα είχε αποτέλεσμα, γιατί το μεγαλύτερο μέρος θα κατευθυνόταν και πάλι σε εισαγόμενα ήδη. Ναι, χρειάζεται να μπουν στην οικονομία πόροι, αλλά στοχευμένα. Ας υποθέσουμε ότι υλοποιείται ένα νέο «σχέδιο Μάρσαλ» για την Ελλάδα με τα λεγόμενα «ομόλογα έργου». Ξέρουμε πώς να τα αξιοποιήσουμε ώστε να μην έχουν την τύχη των πακέτων Ντελόρ; Δεν έχω δει κανένα σχέδιο για αυτό. Δεν μου είναι αυτονόητο ότι η πραγματοποίηση έργων υποδομής, όπως για παράδειγμα νέοι αυτοκινητόδρομοι, θα οδηγήσει οπωσδήποτε στην ανάπτυξη. Μπορεί ναι, μπορεί όχι. Εξαρτάται από το πού τους φτιάχνεις και με τι άλλα μέτρα το συνδυάζεις.
Κατάργηση αγροτικών επιδοτήσεων
Ανάπτυξη σημαίνει αύξηση της παραγωγής με αύξηση των εξαγωγών ή υποκατάσταση των εισαγωγών. Ανάπτυξη θα ήταν, για παράδειγμα, η αύξηση της παραγωγής κρέατος και γάλακτος στην Ελλάδα έτσι ώστε να υποκατασταθούν οι τεράστιες εισαγωγές σε αυτά τα είδη. Γιατί δεν γίνεται αυτό; Μιλώντας πρόσφατα με τον καθηγητή Γιώργο Αρσένο (Κτηνιατρική ΑΠΘ) κατέληξα στο συμπέρασμα ότι πολλοί αγρότες εξασφαλίζουν επαρκές εισόδημα από τις επιδοτήσεις και δεν έχουν κίνητρο να αυξήσουν την παραγωγή. Αν οι επιδοτήσεις δεν δίνονταν με βάση το πόσα ζώα ή δέντρα έχει κανείς, αλλά με βάση το πόσο προϊόν παράγει και διαθέτει στην αγορά, αυτό θα έδινε κίνητρο για ανάπτυξη. Να, λοιπόν, ένα πεδίο δόξης λαμπρό: αναμόρφωση (ίσως και πλήρης κατάργηση αν είναι εφικτό) των αγροτικών επιδοτήσεων. Πέρα από αυτό, απαιτούνται μεταξύ άλλων εκσυγχρονισμός της κτηνοτροφικής παραγωγής, τυποποίηση και παραγωγή καινοτόμων κτηνοτροφικών προϊόντων και τροφίμων ζωϊκής προέλευσης. Παραγωγή κατεψυγμένου κρέατος και κρεατοσκευασμάτων από τον σημαντικότερο κλάδο της ελληνικής κτηνοτροφίας, που είναι η εκτροφή μικρών μηρυκαστικών, σήμερα δεν υπάρχει! Το ιδανικό θα ήταν οι ίδιοι οι παραγωγοί να αναλάβουν πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά εφόσον αυτό δεν συμβαίνει χρειάζεται «σκούντημα» από την Πολιτεία.
Γενικότερα, χρειάζεται να κάνουμε μια ανάλυση των προϊόντων που εισάγουμε και να δούμε πώς μπορούμε κάποια από αυτά να τα παράγουμε στην Ελλάδα. Μήπως αντί να ζητάμε χρήματα από τους Ευρωπαίους για να καλύψουμε τα ελλείμματά μας, να ζητήσουμε να μεταφέρουν κάποιες από τις παραγωγικές τους δραστηριότητες στην Ελλάδα; Μήπως να τους θυμίσουμε τη γνωστή κινεζική παροιμία, αντί να δώσεις σε έναν πεινασμένο ένα ψάρι καλύτερα να του μάθεις να ψαρεύει;
Στον αντίποδα, μπορούμε να δούμε τι προϊόντα εξάγουμε και να εξετάσουμε αν η ποσότητα αυτών των προϊόντων μπορεί να αυξηθεί. Να συζητήσει, δηλαδή, η κυβέρνηση με τον σύνδεσμο εξαγωγέων και να διερευνήσει με ποιούς τρόπους μπορεί η παραγωγή τους να αυξηθεί, τι προβλήματα αντιμετωπίζουν (ρευστότητα;) και πώς μπορούν αυτά να αντιμετωπιστούν. Πριν από λίγο καιρό διάβασα ότι ο απαιτούμενος χρόνος για εκτελωνισμό στην Ελλάδα είναι πολύ μεγαλύτερος από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Πώς μπορεί μια κυβέρνηση να το ακούει αυτό και να μην αντιδρά άμεσα τη στιγμή που η αύξηση των εξαγωγών μας είναι πρώτη προτεραιότητα; Προβλέπεται άλλωστε, και πολύ σωστά, στο δεύτερο Μνημόνιο.
Επενδύσεις; Με διαφθορά, πολυνομία & απεργίες;
Ανάπτυξη μπορεί να έλθει και με ξένες επενδύσεις. Αλήθεια,
γιατί δεν γίνονται ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα; Από γνωστό Αμερικανό
μάνατζερ ελληνικής καταγωγής άκουσα ότι ένας βασικός λόγος είναι η
διαφθορά. Είναι τόσο διαδεδομένη η πρακτική της δωροδοκίας στην
Ελλάδα που οι ξένες εταιρείες για να κάνουν μια επένδυση πρέπει να
βάλουν στην άκρη ένα σημαντικό ποσό για δωροδοκίες (βλέπε πρόσφατη
σύλληψη υπαλλήλων του υπουργείου Ανάπτυξης). Γιατί να το κάνουν αυτό
όταν έχουν τόσες άλλες εναλλακτικές επιλογές;Ένας άλλος λόγος είναι η πολυνομία. Θέλει χρόνο για να αντιμετωπιστεί, αλλά κάποτε πρέπει να ξεκινήσουμε με κατάργηση πολλών παλαιών νόμων και κωδικοποίηση των υπολοίπων (και το Μνημόνιο μιλάει για αυτά).
Ένας άλλος πιθανός λόγος είναι οι συχνές κοινωνικές αναταραχές και απεργίες. Πάει να φτιάξει κανείς εργοστάσιο σε μια χώρα που σε τακτά διαστήματα οι δρόμοι είναι αποκλεισμένοι από αγρότες και τα λιμάνια από το ΠΑΜΕ; Η υψηλή φορολόγηση είναι και αυτή ένα αντικίνητρο, αλλά ίσως όχι το κυριότερο. Όσο και να μειώσει κανείς την φορολογία των επιχειρήσεων (κάτι που επιχείρησε ο κ. Αλογοσκούφης με πενιχρά αποτελέσματα) θα είναι ατελέσφορο αν δεν εξαλείψει ταυτόχρονα και τα υπόλοιπα αντικίνητρα, όπως η διαφθορά στο δημόσιο. Υπάρχει, τέλος, η πιθανότητα ξένες επενδύσεις να εμποδίζονται από την παρέμβαση εσωτερικών ανταγωνιστών στον κρατικό μηχανισμό.
Ένας άλλος μοχλός ανάπτυξης είναι οι εταιρείες «έντασης γνώσης» που βασίζονται σε προϊόντα επιστημονικής έρευνας. Αν και υπάρχουν παραδείγματα πετυχημένων τέτοιων εταιριών στην Ελλάδα, στον τομέα αυτό η χώρα μας υστερεί. Αυτό φυσικά σχετίζεται με την κατάσταση των Πανεπιστημίων και των Ερευνητικών Κέντρων. Η εντύπωση που έχω αποκομίσει παρατηρώντας ανάλογες προσπάθειες στο εξωτερικό είναι ότι τέτοιες επιχειρήσεις απαιτούν πρωτοπόρα έρευνα. Δεν αρκεί να είσαι καλός, πρέπει να είσαι άριστος σε παγκόσμιο επίπεδο. Τέτοια αριστεία απαιτεί κλίμα ηρεμίας, αφοσίωσης και αξιοκρατίας που, δυστυχώς, δεν υπάρχει στα ελληνικά Πανεπιστήμια. Χρειάζεται, επομένως, όχι μόνο να προχωρήσει η επαινετέα προσπάθεια για μεταρρύθμιση που ξεκίνησε η Άννα Διαμαντοπούλου, αλλά και να γίνει πιο τολμηρή. Χρειάζεται χρόνο, όμως, για να έχει αποτέλεσμα στην οικονομία.
Εδώ και χρόνια η Ελλάδα κατατάσσεται σε πολύ χαμηλή θέση με βάση τον δείκτη ελευθερίας της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Δεν θα έπρεπε κάθε σοβαρή κυβέρνηση να δει, τουλάχιστον, πώς υπολογίζεται αυτός ο δείκτης και τι μέτρα πρέπει να πάρει ώστε να βελτιωθεί η διεθνής εικόνα της χώρας; Είναι πάγιο το αίτημα της επιχειρηματικής κοινότητας για μείωση της γραφειοκρατίας, κατάργηση αναχρονιστικών διατάξεων, κατάργηση του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων κτλ. Γιατί δεν υλοποιούνται αυτά τα μέτρα, πολλά από τα οποία, άλλωστε, προωθεί η «κακιά» τρόϊκα; Ποιά είναι η θέση των κομμάτων που κόπτονται δήθεν για ανάπτυξη; Μήπως δεν θέλουν να βελτιώσουν την κατάσταση διότι η γραφειοκρατία προσφέρει ευκαιρίες για διαφθορά;
Τα παραπάνω είναι μερικές σκόρπιες σκέψεις ενός απλού πολίτη. Φανταστείτε πόσο περισσότερες και καλύτερες ιδέες θα διαμορφώναμε με μια εις βάθος ανάλυση της ελληνικής οικονομίας. Πρέπει να διαμορφωθεί ένα εθνικό σχέδιο δράσης για την ανάπτυξη, αυτό που κάποιοι αποκαλούν «το δικό μας Μνημόνιο». Με τα συνήθη κομματικά ευχολόγια, ούτε ανάπτυξη πρόκειται να έρθει ούτε από την κρίση πρόκειται να βγούμε.
Παράλληλα με αυτά, πρέπει να επιδιώξουμε κάποιες αλλαγές πολιτικής στην Ευρωζώνη. Παραδείγματος χάριν, αντί να έχουμε μειώσεις μισθών στις χώρες του Νότου, θα μπορούσαμε να έχουμε αυξήσεις μισθών στις χώρες του Βορρά. Το ίδιο αποτέλεσμα θα είχαν στη βελτίωση του ισοζυγίου μεταξύ Βορρά και Νότου. Εναλλακτικά, ας τυπωθεί νέο χρήμα από την ΕΚΤ, όπως πολλοί οικονομολόγοι προτείνουν. Δεν πειράζει να δημιουργηθεί και λίγος πληθωρισμός. Όμως, τις αλλαγές αυτές δεν θα τις επιβάλουμε με τον «τσαμπουκά» και τις «μονομερείς καταγγελίες». Θα τις καταφέρουμε χτίζοντας συμμαχίες με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Μια ρήξη με τους ευρωπαίους εταίρους είναι παραλογισμός τη στιγμή που υπάρχει κίνδυνος οικονομικής κατάρρευσης. Ας κάνουμε λίγη υπομονή ακόμα και ας είμαστε λίγο πιο νηφάλιοι στις ερχόμενες εκλογές.
Γράφει: Θέμης Λαζαρίδης
aixmi.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.